Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Ουδέν κακόν αμιγές κάλου


 Ουδέν κακόν αμιγές κάλου
Ουδέν  κακόν αμιγές καλού έλεγαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι κάτι που έχει εφαρμογή στην τρέχουσα ελληνική πραγματικότητα.
Οι καταστάσεις που βιώνουν οι Έλληνες πολίτες συνέπεια της δημοσιονομικής κρίσης έχει μεταβάλει τον τρόπο που αντιμετωπίζουν την ζώσα πραγματικότητα ενώ διαφοροποιεί σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν πολλές από αυτές τις πρακτικές που είχαν οδηγήσει ορισμένους να μιλούν για αλλοίωση της οικογενειακής εικόνας όπως αυτή  είχε αποτυπωθεί στην κοινωνική μας φιλοσοφία.
Η αλληλεγγύη και το δέσιμο των μελών μιας τυπικής ελληνικής οικογένειας ήταν πάντα έμβλημα κοινωνικής συνοχής και κυρίως απόδειξη των ιδιαίτερων δεσμών που διατηρούνταν ακόμη και μετά την ενηλικίωση των μελών της .
Γυρνώντας το χρόνο πίσω παρατηρούμε ότι αυτό το έμβλημα διαφοροποιούσε την ελληνική κοινωνία από άλλες και κυρίως από την αγγλοσαξονικές.
Παρότι το καταναλωτικό πρότυπο επέβαλε κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες την αποξένωση  των ενηλίκων μελών, τον αποσυντονισμό σε ότι αφορούσε τα έθιμα και τις οικογενειακές παραδόσεις καθώς και την μειωμένη ενασχόληση και ανταπόκριση σε κάθε τι που βρίσκονταν έξω από το πλαίσιο των παγκοσμιοποιημένων προτύπων διαβίωσης και διαπροσωπικών σχέσεων.
Σήμερα ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης του καταναλωτικού προτύπου και των τεράστιων οικονομικών δυσχερειών η ελληνική οικογένεια  βρίσκεται αντιμέτωπη με προβλήματα που η ίδια δημιούργησε όταν ξέχασε τα αυτονόητα. Σήμερα η οικογένεια δίνει λύσεις. Χρηματοδοτεί τα άνεργα μέλη, δίνει κουράγιο και ελπίδα κρατώντας την αξιοπρέπεια ψηλά.
Σήμερα η οικογένεια μειώνει την αβεβαιότητα. Στηρίζει  τα μέλη περιορίζοντας τους φόβους και την απελπισία που κυριαρχεί όταν η μεταβολή των σταθερών είναι τέτοιας μορφής που τα πάντα αλλάζουν και τα πάντα αναθεωρούνται. Πόσες ελληνικές οικογένειες σήμερα δεν συντηρούνται με την σύνταξη του παππού και της γιαγιάς;
Το καταναλωτικό μοντέλο των προηγούμενων δεκαετιών είχε δημιουργήσει τους οίκους ευγηρίας, τα γεροντολογικά κέντρα και αλλά παρόμοια  κέντρα που απαρνούνταν τον κακόηχο τίτλο γηροκομείο και στα οποία στέλνονταν τα γηραιότερα μέλη της οικογένειας. Σήμερα πολλά από αυτά κλείνουν, διότι η σύνταξη είναι αναγκαία για την χρηματοδότη  των  αναγκών  ολόκληρων οικογενειών.
Η ανάγκη μετετράπη σε φιλότιμο το οποίο δυστυχώς είχε χαθεί από την αλλοτρίωση που δημιούργησε το καταναλωτικό μοντέλο ακόμη και στις συνειδήσεις των νεοελλήνων. Σήμερα που η κρίση άλλαξε τα δεδομένα ο μέσος πολίτης κατανοεί την βασική αρχή της πραγματικής οικονομικής ευημερίας η οποία θέλει την ισορροπία μεταξύ των εσόδων και των εξόδων.
Η κουλτούρα των τελευταίων τριών δεκαετιών που ήθελε τα οικονομικά ανοίγματα να καλύπτονται με δανεικά και στην λογική ότι έχει ο θεός όταν τίθονταν το ερώτημα της αποπληρωμής τους έκανε μεγάλο κακό στην ελληνική κοινωνία.
Η μέση ελληνική οικογένεια αντλώντας εικόνες και παραστάσεις από το life style έπεσε στην παγίδα της υπερχρέωσης με αποτέλεσμα σήμερα που τα εισοδήματα μειώθηκαν ή και χάθηκαν εντελώς να βρίσκεται σε αδιέξοδο. Η ιδιωτική υπερχρέωση είναι τέτοιας μορφής που όποιος χάνει την εργασία του κινδυνεύει να χάσει τα πάντα.
Αρωγός ανασύνταξης η οικογένεια. Πλέον τα μελή της υπό στενή ή ευρεία έννοια ανακαλύπτουν αυτά που είχαν ξεχαστεί ως αξίες και ως νόρμες διαβίωσης και συμπεριφοράς. Οι παλαιότεροι τα είχαν ζήσει και τα αναπολούσαν. Οι νεότεροι τα μαθαίνουν τώρα και κατανοούν τα οφέλη και την χρησιμότητα τους. Η αποξένωση περιορίζεται και η αλληλεγγύη παίρνει εκπληκτικές διαστάσεις. Η ξεχασμένη κουλτούρα της αλληλοϋποστήριξης και του αλτρουισμού επανακάμπτει δίνοντας την εντύπωση πως ακόμη και από την κρίση μπορούν να βγουν θετικά μηνύματα για την ελληνική κοινωνία .

Ο φαύλος κύκλος ελλειμμάτων - ύφεσης - νέων μέτρων

Του Σαράντου Λέκκα, οικονομολόγου.


Είναι κοινή πεποίθηση ότι η ανακεφαλαιοποίηση των εγχώριων συστημικών τραπεζών ολοκληρώθηκε με επιτυχία, όπως κοινή πεποίθηση είναι ότι η πολιτική λιτότητας ενδέχεται να δημιουργήσει νέα κεφαλαιακά προβλήματα στις τράπεζες.
Το επιδιωκόμενο της δημοσιονομικής προσαρμογής είναι η όσο το δυνατόν πιο γρήγορη δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων ώστε η χώρα να βγει ξανά στις αγορές περί το 2015 αναχρηματοδοτώντας το δημόσιο χρέος της χωρίς καμία στήριξη από την τρόικα.
Το επιδιωκόμενο όμως στηρίζεται στην πιο άγρια λιτότητα που έχει γνωρίσει δυτικό ανεπτυγμένο κράτος.
Η εσωτερική υποτίμηση και η απότομη μείωση των δαπανών έχει ως αποτέλεσμα την πιο βαθιά και παρατεταμένη χρονικά ύφεση που έχει γνωρίσει ανεπτυγμένο δυτικό κράτος.
Με δεδομένο ότι το εθνικό προϊόν είναι το σύνολο των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται ως αποτέλεσμα της ζήτησης, κάθε πολιτική που περιορίζει την ενεργό ζήτηση περιορίζει και το εθνικό προϊόν.
Η συνέχιση επομένως μέτρων συρρίκνωσης των εισοδημάτων και των συντάξεων αλλά και δαπανών που έμμεσα αποτελούν εισόδημα για πολλούς πρέπει να θεωρείτε δεδομένο ότι θα συρρικνώσει περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα αυξάνοντας την ανεργία.
Ηδη η ανεργία στη χώρα μας είναι η μεγαλύτερη στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Με βάση στοιχεία Απριλίου 2013 το ποσοστό της ανεργίας φθάνει το 26,9% με την ανεργία στους νέους να φθάνει το 57,5%.
Το εξίσου αρνητικό είναι ότι οι άνεργοι μαζί με τους οικονομικά μη ενεργούς πολίτες ξεπερνούν κατά περίπου ένα εκατομμύριο τους απασχολούμενους.
Φυσικά η ανεργία δεν είναι ένα απλό στατιστικό στοιχείο, η αύξησή της συμπαρασύρει τα πάντα.

Μία από τις παράπλευρες απώλειές της είναι τα μη εξυπηρετούμενα τραπεζικά δάνεια.


Η απώλεια των θέσεων εργασίας και του σταθερού μηνιαίου εισοδήματος οδηγεί άμεσα στην αδυναμία αποπληρωμής των υποχρεώσεων προς τα τραπεζικά ιδρύματα.

Οι δανειακές υποχρεώσεις τίθενται ως είδος πολυτελείας εκτός του οικογενειακού προϋπολογισμού με αποτέλεσμα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια να αυξάνονται με μαθηματική συνέπεια.
Η εκτόξευση της ανεργίας κατά τα μνημονιακά χρόνια έχει αυξήσει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε επίπεδα ρεκόρ.
Τα NPLs, δηλαδή τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των ελληνικών τραπεζών με τη συμπλήρωση του πρώτου τριμήνου του τρέχοντος έτους έχουν φθάσει στο 29% επί του συνόλου, που σημαίνει 66 δισ. ευρώ σε απόλυτους αριθμούς, με το 40% αυτών δηλαδή περί τα 26 δισ. ευρώ να καλύπτονται από προβλέψεις που έχουν σχηματιστεί από τις τράπεζες.
Το αντίστοιχο ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων τον Δεκέμβριο του 2011 ήταν 16% και τον Δεκέμβριο του 2012 ήταν 24,2%.
Η συσχέτιση ανεργίας και μη εξυπηρετούμενων δανείων που έχει αποτυπωθεί παγκοσμίως θέλει η κορύφωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων να ακολουθεί με υστέρηση ενός περίπου εξαμήνου την κορύφωση της ανεργίας.
Εάν για παράδειγμα τα υψηλοτέρα επίπεδα ανεργίας καταγραφούν κατά το 2014 θα πρέπει να αναμένουμε κορύφωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015. Με βάση τα σημερινά δεδομένα και δη της συνέχισης των οριζόντιων μέτρων μείωσης των εισοδημάτων, πέραν του γεγονότος ότι ούτε τη δημοσιονομική προσαρμογή εξυπηρετούν, θα αυξήσουν περαιτέρω και την ανεργία.
Πρέπει απαραίτητα να σπάσει ο φαύλος κύκλος ελλειμμάτων - ύφεσης - νέων μέτρων.
Πρέπει επιτέλους να μπει ένα τέλος στη πολιτική που απαξιώνει το ανθρώπινο δυναμικό και το πάγιο παραγωγικό δυναμικό.
Πρέπει να βρεθεί ο πάτος του βαρελιού που έχει να κάνει με το κατά κεφαλήν εισόδημα και το βιοτικό επίπεδο.
Πρέπει να μην ξαναγίνουν τα λάθη του παρελθόντος αναφορικά με τον αντίκτυπο που έχει στις τράπεζες η δημοσιονομική παρακμή του ελληνικού Δημοσίου.

Πολλοί Ευρωπαίοι πολιτικοί μιλούν ανοικτά για την αναγκαιότητα του σπασίματος του συνδετικού κρίκου μεταξύ κρατών και τραπεζών υπονοώντας τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων από τις τράπεζες.

Στην περίπτωση της Ελλάδος το συγκεκριμένο ζητούμενο μετά το PSI έχει ήδη πραγματοποιηθεί.

Το αντίθετο όμως πώς θα πραγματοποιηθεί;
Πώς δηλαδή ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός ενός κράτους δεν θα συμπαρασύρει και τις τράπεζες.
Οι ελληνικές τράπεζες χωρίς τοξικά στοιχεία ενεργητικού θα μπορούσαν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα να αντιμετωπίσουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνειά τους εάν δεν είχε μεσολαβήσει το PSI.

Είναι επομένως άλλος ο δείκτης δυσκολίας όταν πριν την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων πρέπει να αναζητηθούν κεφάλαια για την αντιμετώπιση του PSI και άλλος όταν το Δημόσιο δεν έχει επιβαρύνει με τα λάθη του και τις παραλείψεις του το εγχώριο πιστωτικό σύστημα.


Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Οι αριστερόστροφες πολιτικές δυνάμεις

του Σαράντου Λέκκα
οικονομολόγου
Επί σειρά δεκαετιών η αριστερή διανόηση προσπαθούσε να πείσει την ελληνική κοινωνία ότι οτιδήποτε εκπορεύεται  από την αριστερά είναι κοινωνικά δίκαιο, κοινωνικά ευαίσθητο, περιβαλλοντολογικά προσεγμένο και πολιτικά άρτιο.
Τα εκλογικά ποσοστά μέχρι και την διπλή εκλογική αναμέτρηση του 2012 ήταν τέτοια που τα ωραία λόγια δεν μπορούσαν εκ των πραγμάτων να κριθούν σε επίπεδο διακυβέρνησης.
Ο έλληνας ψηφοφόρος δεν πίστευε στις ουτοπικές διακηρύξεις της αριστεράς και μέχρι το 2012 τις είχε θέσει στο περιθώριο της πολιτικής ζωής. Η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και η απορρύθμιση του διπολικού πολιτικού σκηνικού έφερε προ των πυλών της εξουσίας αριστερόστροφες πολιτικές δυνάμεις.
Τότε, το μεν  ΚΚΕ ξεκαθάρισε την θέση του, ότι  η συμμέτοχη στη διακυβέρνηση της χώρας δεν είναι στις προτεραιότητες του και αυτο-τοποθετήθηκε στις αιώνιες αντιπολιτευτικές δυνάμεις, ο δε ΣΥΡΙΖΑ έχοντας προσελκύσει ότι κρατικίστικο και παρασιτικό αντιπροσώπευε το ΠΑΣΟΚ πήρε την θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Η ΔΗΜΑΡ αντίθετα με πλαίσιο το  ρητορικό νεφέλωμα  της υπευθυνότητας, της κοινωνικής ευαισθησίας , του κράτους δικαίου, της αριστερής συμμετοχής στην διακυβέρνηση μπήκε στην κυβέρνηση ανοίγοντας την φιλολογία για το αριστερό άλλοθι των μνημονιακών δυνάμεων.
Η κυβερνητική της αντοχή σύντομη , μόλις ένα χρόνο , όμως χρονικό διάστημα αρκετό για να εξαχθούν πολιτικά συμπεράσματα για το τρόπο σκέψης όλων αυτών που ομιλούν για την εναλλακτική διακυβερνητική επιλογή.
Οι αριστερόστροφες πολιτικές δυνάμεις έχουν συμβιβαστεί με τις βαρύγδουπες και λαϊκίστικες  πολιτικές προσεγγίσεις.
Είναι οι ‘καλοί’ του πολιτικού συστήματος, είναι αυτοί που βρίσκονται πάντα ‘δίπλα’ στον εργαζόμενο, που ‘κλείνουν το μάτι’ στο συνδικαλιστή όταν αυτός στα πλαίσια της δύσοσμης κουλτούρας που δημιούργησε το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να δικαιολογήσει τον κοπανατζή , να ρίξει στα ‘μαλακά’ τον επίορκο και ποινικά κολάσιμο πολλές φορές εγκαλούμενο συνάδελφο του.
Είναι αυτοί που έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα της κριτικής , της απόλυτης γνώσης, της ασυμβίβαστης θεώρησης της πραγματικότητας. Είναι αυτοί που ποντάρουν στα κατώτερα ένστικτα των απλών πολιτών , εξωραΐζοντας ακτιβιστικές και στα όρια της νομιμότητας ενέργειες.
Είναι αυτοί που σιωπούν όταν όμοροι πολιτικοί τους χώροι προσλαμβάνουν τα δικά τους παιδιά στον δημόσιο τομέα. Είναι αυτοί που θεωρούν ότι η στρέβλωση της ιστορίας και της εθνικής κληρονομιάς αποτελεί είδος πολιτικής μαγκιάς και αποδοχής.
Είναι  αυτοί που θεωρούν την ευθύνη αστική προκατάληψη , την παραγωγικότητα εθνική μειοδοσία , την ιεραρχία άχρηστη δομή , το εθνικό συμφέρον εθνικιστική παρόρμηση  και την πειθαρχία ανελεύθερο κατασκεύασμα.
Όταν όμως έρχεται η ώρα της πραγματικής ευθύνης , της πραγματικής κοινωνικής ευαισθησίας  με τη συμμέτοχη στη διακυβέρνηση της χώρας , όπως με την περίπτωση  της ΔΗΜΑΡ ,τότε αποκαλύπτεται ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο αρτηριοσκληρωτικό  , πιο ανελεύθερο, πιο υποκριτικό  , πιο καταστροφικό, πιο ανάλγητο  , πιο αντιπαραγωγικό, πιο παρασιτικό, από την αριστερή προσέγγιση της πραγματικότητας.
Όλοι όμως αυτοί ξεχνούν ότι η ελληνική κοινωνία επιζητά χρήσιμους, αποτελεσματικούς και πραγματικά κοινωνικά ευαίσθητους πολιτικούς.
Δεν θέλει πολιτικούς που αρέσκονται σε λεκτικούς εξωραϊσμούς, δεν θέλει δημαγωγούς, δεν θέλει την ακατάσχετη πολυλογία της αριστερής κουλτούρας. Κουράστηκε από τους θαυματοποιούς, αηδίασε από αυτούς που επιζητούν την άνετη θέση της χωρίς ευθύνης αντιπολίτευσης.

    Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

    Οικονομικά Κινήματα – Κομήτες

    του Σαράντου Λέκκα
    οικονομολόγου
    Υπάρχουν λέξεις που χαρακτηρίζουν μια δραστηριότητα, μια πρωτοβουλία  και οι οποίες συγκινούν τη κοινωνία όταν η τελευταία βιώνει λόγω συγκεκριμένων συγκυριών δύσκολες καταστάσεις.
    Λέξεις όπως αλληλεγγύη, κοινωνική ευαισθησία, αλτρουισμός, αλληλοβοήθεια , πάταξη αισχροκέρδειας, παραμερισμός μεσαζόντων, αλληλοϋποστήριξη,  έχουν βαθύ νόημα και η χρησιμοποίηση τους σίγουρα στέλνει  ισχυρά μηνύματα  όταν συνδυάζεται με μην κατάλληλη προπαγάνδα και κυρίως με την κατάλληλη επικοινωνιακή καταιγίδα.
    Όταν μια κοινωνία έχει γαλουχηθεί επί σειρά δεκαετιών με λαϊκίστικες δοξασίες, όταν οι δημαγωγοί έχουν επιβραβευτεί επανειλημμένα παρά τα δεινά που έχουν δημιουργήσει στην χώρα με αποκορύφωμα το έγκλημα της δημιουργίας του τεράστιου δημοσίου χρέους τότε είναι απόλυτα φυσικό κινήματα να προβάλλουν τις θέσεις τους και να επιβάλουν για ένα χρονικό διαστήματα τα συμφέροντα τους.
    Κινήματα που μετατρέπουν την ανάγκη σε φιλότιμο ή για να είμαστε ακριβείς τα συμφέροντα τους σε κοινωνική ευαισθησία. Το κίνημα της πατάτας είναι ενδεικτικό όλων αυτών που προαναφέραμε.
    Επικοινωνιακά είχε κατακλύσει όλη την χώρα, όμως όπως εμφανίστηκε έτσι και χάθηκε από την επικαιρότητα.
    Κίνημα –κομήτης
    Κίνημα που έδειξε ότι ανάλογου τύπου πρωτοβουλίες   δεν είναι ούτε τόσο αυθόρμητες ούτε τόσο ανιδιοτελής.
    Που  εξανεμίστηκε  η δυναμική του; που πήγαν οι ρητορείες των εκφραστών του; Γιατί φέτος που η τιμή της πατάτας έχει αυξηθεί κατά 28 % σε   σχέση με πέρσι και σε πολλά σημεία πώλησης έχει ξεπεράσει το ένα ευρώ το κίνημα της πατάτας δεν εκφράζεται για να προστατεύσει τον καταναλωτή;
    Με βάση τα στοιχεία Μαρτίου 2013 η νωπή πατάτα έχει αυξηθεί σε ετήσια βάση κατά 27,9% την ώρα που ο πληθωρισμός υποχώρησε στο -0,2 % δηλαδή σε επίπεδα αποπληθωρισμού που είχαν να εμφανισθούν από τον Μάιο του 1968.
    Παρά το γεγονός ότι η αύξηση της πατάτας υποεκτιμάται στη στάθμιση του δείκτη τιμών καταναλωτή αφού η επίπτωση του περιορίζεται στο 0,08 όταν για παράδειγμα η μείωση της τιμής των αυτοκίνητων κατά 5,3% ελαφρύνει το τιμάριθμο κατά 0,20 της μονάδος, εν τούτοις η ανοδική της πορεία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανένα.
    Η αύξηση της τιμής της πατάτας είναι η μεγαλύτερη από κάθε άλλο είδος πρώτης ανάγκης τον τελευταίο χρόνο.
    Και όμως αυτή την ώρα το κίνημα της πατάτας έχει εξαφανιστεί από την ζώσα πραγματικότητα. Εξαϋλώθηκε βορά στα συμφέροντα εκείνων που βρήκαν την ευκαιρία να κερδοσκοπήσουν.
    Η κυβερνητική τάση ενίσχυσης του εισοδήματος των παραγωγών , οι μικρότερες εισαγωγές, η μείωση των αποθεμάτων και η αύξηση της ζήτησης ως προϊόν των οικονομικών δυσκολιών έχουν εκτοξεύσει την τιμή.
    Στη βάση των παραπάνω η αλληλεγγύη ξεχάστηκε ,η κοινωνική ευαισθησία και ο αλτρουισμός παρακάμφθηκαν , η αισχροκέρδεια  και οι μεσάζοντες καλύφθηκαν και η πεπατημένη των προηγούμενων ετών συνεχίστηκε με την παρένθεση του κινήματος της πατάτας να υποδηλώνει προς όλες τις κατευθύνσεις ότι όταν απουσιάζουν οι λόγοι μιας αναγκαιότητας τότε η ιδιοτέλεια κυριαρχεί κάθε κοινωνικής προσέγγισης.
    Το εντυπωσιακό είναι η αμφίδρομη σχέση της αυτοδιοίκησης με το κίνημα. Το κίνημα της πατάτας χρησιμοποίησε την τοπική αυτοδιοίκηση αλλά και χρησιμοποιήθηκε από αυτή.
    Ήθελε ένα φορέα με οντότητα στις τοπικές κοινωνίες για να περιβάλει την όλη διαδικασία με την κατάλληλη αίγλη αλλά και οι τοπικοί άρχοντες νόμιζαν ότι η ανυπαρξία έργου θα αντισταθμίζονταν με τις μειωμένες τιμές.
    Και οι δυο έχασαν
    Η εξαφάνιση του κινήματος έδειξε ότι η εμπιστοσύνη σε μια διαδικασία δεν πρέπει να στηρίζεται μόνο στο «φαίνεσθαι». Τα κίνητρα ορισμένων πρωτοβουλιών πρέπει να ελέγχονται  ειδικά όταν ενδύονται το μανδύα της κοινωνικής ευαισθησίας.
    Η πτώση των τιμών και η ομαλή  διακίνηση των προϊόντων νωπών και μη δεν είναι θέμα κινημάτων. Είναι θέμα την πολιτείας η οποία πρέπει να διαμορφώνει πλαίσια δραστηριοποίησης, ελέγχου, αναβάθμισης της ποιότητας των προϊόντων, ομαλής διακίνησης, ορθολογικής παραγωγής και κυρίως έγκαιρης επέμβασης σε περιόδους που ο βασικός νόμος της προσφοράς με την ζήτηση παρουσιάζει στρεβλώσεις.
    Όσοι εμπιστεύτηκαν για μια ακόμη φορά τις λαϊκίστικες σειρήνες θα πρέπει να καταλάβουν επιτέλους  ότι η κοινωνική ευαισθησία ακόμη και όταν εκφράζεται με τις καλλίτερες προϋποθέσεις ποτέ δεν έλυσε και δεν ποτέ πρόκειται να λύσει το πρόβλημα των τιμών.

      Πώς προάγεται η οικονομική λεβεντιά

      του Σαράντου Λέκκα
      οικονομολόγου
      Τα αισθήματα αδικίας, καταπίεσης, αγανάκτησης που νιώθουν δικαιολογημένα όλοι οι Έλληνες συνέπεια της μνημονιακής κατάστασης που βιώνουν βρίσκουν  όπως έδειξε η περίπτωση της Κύπρου διεξόδους σε καθετί που εκπέμπει  διάθεση αντίστασης και αγωνιστικής συμπεριφοράς.
      Το αρχικό όχι των Κυπριών υιοθετήθηκε από πολλούς ως μια παλικαρίσια στάση έναντι των προθέσεων επιβολής τετελεσμένων πρακτικών. Ο μέσος έλληνας επιζητούσε ένα όχι προς την τρόικα , ένα όχι βροντερό και άμεσο.
      Όμως η περίπτωση της Κύπρου έδειξε ότι το όχι προϋποθέτει πραγματική λεβεντιά και όχι κάλπικη. Εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι η συζήτηση για κόψιμο των καταθέσεων ήταν γνωστή στην προηγούμενη κυπριακή ηγεσία πολλούς μήνες πριν. Εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι ο απομηχανής θεός που άκουγε στο όνομα Ρώσος ή Κινέζος διασώστης ήταν μόνο στην σφαίρα της φαντασίας των Κυπρίων.
      Εκ των υστέρων αποκαλύφθηκε ότι ακόμη και την ώρα της κατάρρευσης ο Κύπριος Πρόεδρος επεδίωκε την όσο το δυνατόν μικρότερη επιβάρυνση των μεγαλοκαταθετών  ρίχνοντας στην πυρά τους μικρούς, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να διατηρήσει ανέπαφο τον πιστωτικό του παράδεισο.
      Εκ των υστέρων αποκαλύφθηκε ότι δεν υπήρχε σχέδιο και ότι όλα στηρίζονταν σε εικασίες.
      Όσο και εάν θέλουμε να ορθώσουμε το ανάστημα μας, όσο και εάν θέλουμε να προτάξουμε την αγανάκτηση μας ως τελευταίο αποκούμπι μιας φθίνουσας πορείας, όσο και εάν θέλουμε να βροντοφωνάξουμε ότι πέρα από τους αριθμούς υπάρχουν και άνθρωποι, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χάσουμε και την αξιοπρέπεια μας οδηγούμενοι σε λάθος συμπεράσματα από λάθος ανθρώπους.
      Το αρχικό όχι των κυπρίων δεν ήταν τίποτα άλλο από ανάλογη στάση ανθρώπου που δεν γνωρίζει τις δυνατότητες του και γελοιοποιείται .
      Δυστυχώς παρότι μας πονά,  η λεβεντιά δεν έχει σχέση με το όχι τύπου Κύπρου και με τα όχι τύπου ελλήνων αντιμνημονιακών του γλυκού νερού και της αμαθείας.
      Η λεβεντιά επιδεικνύεται από τη σωστή  επιλογή πολιτικών  και όχι από την επιλογή δημαγωγών που χαϊδεύουν τα αυτιά και οδηγούν τους λαούς τους στην ταπείνωση.
      Η λεβεντιά επιδεικνύεται από την υπευθυνότητα και την αξιοπιστία χώρας και ηγετών.
      Λεβεντιά είναι να μην δημιουργούμε ελλείμματα και χρέη ,να μην δανειζόμαστε χωρίς όριο. Λεβεντιά είναι να έχουμε ανταγωνιστική οικονομία.
      Λεβεντιά είναι να ενισχύουμε την εξωστρέφεια των παραγωγών μας και να  διεκδικούμε μεγαλύτερα κομμάτια στις διεθνείς αγορές.
      Λεβεντιά είναι να μην φοροδιαφεύγουμε, να καλύπτουμε τις υποχρεώσεις μας και να μην ξεπερνούμε τις δυνατότητες αποπληρωμής των υποχρεώσεων μας. Λεβεντιά είναι να έχουμε εθνική στρατηγική για το είδος της οικονομίας που επιζητούμε και για την σχέση κράτους – ιδιωτών.
      Λεβεντιά είναι  να προσελκύουμε επενδυτές και να αυξάνουμε την απασχόληση. Λεβεντιά είναι να μην δανειζόμαστε για την κάλυψη καταναλωτικών δαπανών.
      Λεβεντιά είναι να έχουμε νοσοκομεία, σχολεία, πανεπιστήμια ,κοινωνικά ιδρύματα με ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Λεβεντιά είναι να παρέχουμε στις αδύναμες κοινωνικές ομάδες αξιοπρεπή διαβίωση.
      Λεβεντιά  είναι να μετατρέπουμε τα γεωγραφικά πλεονέκτημα σε υπόβαθρα ανάπτυξης και ευημερίας. Λεβεντιά είναι να έχουμε υγιή ασφαλιστικά ταμεία και ισχυρό σύστημα πρόνοιας. Λεβεντιά είναι να προστατεύουμε το ιερό δικαίωμα της ιδιοκτησίας, κινητής και ακίνητης. Λεβεντιά είναι να υπάρχει κοινωνική ειρήνη μεταξύ των παραγωγικών φορέων και να αντιμετωπίζουμε τον εργαζόμενο ως το σημαντικό γρανάζι της παραγωγικής διαδικασίας.
      Λεβεντιά είναι να μειώνουμε όσο το δυνατόν μπορούμε την αβεβαιότητα που εκ των πραγμάτων υπάρχει στην οικονομική δραστηριότητα και όχι να την αυξάνουμε με εικασίες τύπου κουρέματος καταθέσεων.
      Αυτή είναι η λεβεντιά, αυτή είναι η πραγματικά υπεύθυνη στάση. Τα επικοινωνιακά όχι προσφέρουν μόνο πρόσκαιρο εντυπωσιασμό ενώ καταληκτικά οδηγούν σε χειρότερα επίπεδα διαπραγμάτευσης.
      Αυτή την λεβεντιά πρέπει να επιβραβεύουμε και να επιζητούμε. Τα υπόλοιπα είναι προϊόντα καιροσκοπισμού και λαϊκίστικων προσεγγίσεων.
      Ως χώρα πληρώνουμε ανάλογου τύπου  προσεγγίσεις. Αυτές πρέπει  να αποτινάξουμε ως νοοτροπία και ως τρόπο ζωής.

        Αιτιώδη συνάφεια νομισματικών πρακτικών

        του Σαράντου Λέκκα
        Οικονομολόγου
        Κατά την τρέχουσα συγκυρία τέσσερα είναι  τα βασικά προβλήματα της Ευρωζώνης.
        Καταρχήν η ύφεση, η δεύτερη από την έναρξη της κρίσης, η εκτόξευση της ανεργίας, τα υψηλά χρέη του νότιου τμήματος και φυσικά η αποσταθεροποίηση-νευρικότητα του τραπεζικού συστήματος. Όλα αυτά τα προβλήματα είναι απότοκος της μεγαλύτερης από το 1930 χρηματοπιστωτικής κρίσης.
        Όλα αυτά τα προβλήματα επιζητούν λύση μέσα σε ένα αρκετά πολύπλοκο περιβάλλον όπου πέρα της δυσμενούς συγκυρίας η έλλειψη αλληλεγγύης και πολιτικού αλτρουισμού διογκώνουν το βαθμό δυσκολίας.
        Θα αναφέρουμε απλά το παράδειγμα με το κούρεμα των καταθέσεων.
        Η πολιτική που εφαρμόστηκε στην Κύπρο έχει αυξήσει τον βαθμό αβεβαιότητας σε ολόκληρη την Ευρωζώνη, ακόμη και στις χώρες που δεν έχουν προβλήματα χρέους.
        Η νευρικότητα στους κόλπους των καταθέτων –αποταμιευτών –επενδυτών είναι έκδηλη και οι σκέψεις σταδιακά μορφοποιούνται σε κινήσεις τακτικής κάτι που φαίνεται από την ζήτηση νομισμάτων εκτός ευρώ όπως για τη Σουηδική και την Νορβηγική Κορώνα. Φυσικά το ευρώ ως αποταμιευτικό νόμισμα δεν μπορεί να πληγεί από οριακές μετακινήσεις.
        Πολλοί ισχυρίζονται ότι το έξυπνο χρήμα θα βρει διεξόδους, το ερώτημα είναι εάν και η ευρωπαϊκή οικονομία θα έχει ανάλογη προνοητικότητα μέσω συγκεκριμένων δράσεων που θα τις επιτρέψουν να ξεφύγει από το σημερινό τέλμα.
        Η πορεία των πραγμάτων είναι τέτοια που η αισιοδοξία δεν βρίσκει  πεδίο αναφοράς μιας και τα φαινόμενα ύφεσης και αποπληθωρισμού αναμένεται  να συνεχιστούν επί μακρόν αυξάνοντας τους δείκτες της ανεργίας και των επισφαλειών στα πιστωτικά ιδρύματα. Αυτά τα φαινόμενα δεν έχουν μόνο εσωτερικούς προωθητές αλλά κυρίως εξωτερικούς. Πλέον η διόγκωση των προβλημάτων θα προκαλείται από εξωτερικούς παράγοντες.
        Οι κεντρικές τράπεζες των ανταγωνιστικών προς το ευρώ νομισμάτων , δηλαδή αυτές της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ με στόχο η μεν πρώτη την αύξηση του πληθωρισμού στο 2% και η μεν δεύτερη την μείωση της ανεργίας στο 6,5% έχουν χαλαρώσει πλήρως την νομισματική τους πολιτική.
        Η Ιαπωνία θέλοντας να βγει από τον αποπληθωρισμό της τελευταίας 15ετιας προχωρά στο μεγαλύτερο ιστορικά πρόγραμμα αγοράς ομολόγων ενώ η κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ συνεχίζει τον τρίτο κύκλο της ποσοτικής χαλάρωσης με την αγορά ομολόγων και τιτλοποιημένων στεγαστικών δανείων.
        Η πρακτική της ποσοτικής χαλάρωσης οδηγεί στην μείωση της εξωτερικής αξίας των δυο αυτών νομισμάτων και στην εξ αντανακλάσεως  ενίσχυση του κοινού νομίσματος. Πρακτικά αυτό θα οδηγήσει στην εισαγωγή ύφεσης και αποπληθωρισμού δηλαδή στο ακριβώς αντίθετο από  αυτό που επιδιώκεται σήμερα στην ευρωζώνη.
        Για να δούμε το μέγεθος του προβλήματος αρκεί να θυμίσουμε ότι κατά το παρελθόν πολλά κράτη με υψηλό δημόσιο χρέος πληθώριζαν την οικονομία τους  για να επιτύχουν την άμεση απομείωση του  μέσω του πληθωρισμού.
        Σε περίπτωση που αντί πληθωρισμού έχουμε αποπληθωρισμό τότε  συμβαίνει το αντίθετο με την αξία του χρέους. Σε σχέση με την ύφεση, ως μέθοδος αντιμετώπισης της,  η υποτίμηση πριμοδοτούσε τις εξαγωγές και στήριζε την παραγωγική βάση αυξάνοντας τα έσοδα. Με την ισχυροποίηση του ευρώ ο μηχανισμός στήριξης των εξαγωγών όχι μόνο δεν υφίσταται αλλά λειτουργεί αντίθετα δυσκολεύοντας τις.
        Το άσχημο είναι ότι δεν υπάρχει τρόπος αποφυγής των τετελεσμένων από τις πρακτικές της  ποσοτικής χαλάρωσης όταν  εφαρμόζονται σε τέτοια έκταση παρά μόνο εάν υιοθετηθεί ανάλογη πρακτική από αυτόν που θίγεται. Στην συγκεκριμένη περίπτωση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Εφόσον η ΕΚΤ δεν είναι διατιθέμενη να μπει σε αυτό το παιχνίδι τότε οι συνέπειες είναι αναπόφευκτες. Εκείνο που θα μπορούσε να αποφευχθεί έχει να κάνει με τις εσωτερικές διεργασίες και πρακτικές που διαμορφώνουν συνθήκες διόγκωσης της αβεβαιότητας, όπως για παράδειγμα με τις καταθέσεις.
        Η αλλαγή τρόπου αντιμετώπισης των προβλημάτων όσων τραπεζών έχουν πρόβλημα δυστυχώς για τους εμπνευστές του δεν επιλύεται με το κούρεμα των καταθέσεων αλλά με την θέσπιση κανόνων και κυρίως με την αποδοχή ολοκληρωμένου πλαισίου δραστηριοποίησης των ευρωπαϊκών πιστωτικών ιδρυμάτων.
        Σε αρνητικές συγκυρίες οι υποτιθέμενες εύκολες λύσεις μετατρέπονται σε βάθος χρόνου σε πολύ πιο δαπανηρές , παρότι  η επιβολή δυναμικών αποφάσεων  πρόσκαιρα αφήνει πλασματικές εντυπώσεις για την χρησιμότητα τους.

        Η αναγνώριση λαθών οδηγός ομαλής δημοσιονομικής προσαρμογή.

          7 Ιουνίου 2013

        του Σαράντου Λέκκα
        οικονομολόγου
        Δυο τεχνοκρατικές εκφράσεις  που εκ πρώτης όψεως δεν δημιουργούν ιδιαίτερη εντύπωση , αυτή της εσωτερικής υποτίμησης και αυτή του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή έχουν διαμορφώσει πρωτόγνωρες κοινωνικές και οικονομικές καταστάσεις στην χώρα μας.
        Αναφερόμαστε στην εκ πρώτης άποψης εντύπωση διότι οι μη μυημένοι στα οικονομικά μένουν αδιάφοροι στο άκουσμα τους, πράγμα απόλυτα φυσιολογικό,  αφού δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι οι δυο αυτές εκφράσεις εμπεριέχουν εκρηκτικές δυνάμεις κατά την υλοποίηση τους ως μέσα αποκατάστασης της δημοσιονομικής τάξης.
        Ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής με απλά λόγια καταγράφει τις επιπτώσεις των μέτρων που λαμβάνονται για την μείωση του ελλείμματος στην οικονομία,  δηλαδή για κάθε ευρώ μέτρων πόσο μειώνεται το εθνικό εισόδημα.
        Στην ουσία ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά ένα δείκτη αντοχών όλων εκείνων που καλούνται να θυσιάσουν μέρος της ευημερίας τους και του βιοτικού επιπέδου τους για να επιτύχει η περίφημη δημοσιονομική προσαρμογή.
        Εσωτερική υποτίμηση είναι ο μηχανισμός επαναφοράς μιας οικονομίας σε υγιείς δημοσιονομικούς δρόμους , με βασικό άξονα την μείωση της ζήτησης των φυσικών πρόσωπων και  της αύξησης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας στο σύνολο της.
        Στην πραγματικότητα και εκλαϊκεύοντας πλήρως την λειτουργία τους στην σημερινή μνημονιακή Ελλάδα θα λέγαμε ότι η εσωτερική υποτίμηση είναι ο μηχανισμός υλοποίησης των στόχων που έχουν επιλεγεί και ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής είναι ο καταμετρητής των πεπραγμένων. Το άσχημο για την περίπτωση της Ελλάδος είναι η υποτίμηση των επιπτώσεων της μνημονιακής πολιτικής από τους σχεδιαστές της.
        Η αποδοχή του ΔΝΤ ότι οι επιπτώσεις των μέτρων είναι πολλαπλάσιες από τις συνήθεις , δεδομένου ότι η εμπειρία προγραμμάτων  εξυγίανσης μιας οικονομίας ήθελε  ο δημοσιονομικός
        πολλαπλασιαστής  να φθάνει το 0,5 , δηλαδή για κάθε ευρώ μέτρων  η επίπτωση στο ΑΕΠ να είναι 50 λεπτά, αποδεικνύει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής περίπτωσης. Πλέον είναι  γνωστό ότι ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής για την μνημονιακή Ελλάδα φθάνει το 1,7, δηλαδή για κάθε ευρώ μέτρων  η επίπτωση στο ΑΕΠ  είναι 1 ευρώ και εβδομήντα λεπτά. Βέβαια ο συνδυασμός ορισμένων γεγονότων οδηγεί σε σκέψεις συνομοσιολογικού χαρακτήρα.
        Οι αναφορές που γίνονται για την σκοπιμότητα διόγκωσης του ελλείμματος του 2009 καθώς και η απουσία διαπραγμάτευσης για το είδος και το μέγεθος του προγράμματος που θα συνοδεύει τις δανειακές συμβάσεις μπορεί να ειναι απλές συμπτώσεις ή τμήμα σχεδιασμού για την δημιουργία υπόβαθρου σοκ-επέμβασης στο δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας με αποδέκτες όλες τις χώρες (κυρίως του νότου)που δημοσιονομικά απέχουν από τα δεδομένα της γερμανικής πειθαρχίας.
        Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η μεθοδολογία του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή και η υιοθέτηση της πρακτικής εφαρμογής του μέσω της εσωτερικής υποτίμησης δεν μπορούν να μεταβληθούν όταν οι συνέπειες είναι τέτοιας μορφής που αλλοιώνουν τα χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας.
        Η αποδοχή από το ΔΝΤ ότι η συνταγή για την επαναφορά της ελληνικής οικονομίας στα πλαίσια που όριζαν τα Δημοσιονομικά Σύμφωνα της Ενωσης είναι λάθος εκ των πραγμάτων δημιουργεί εντυπώσεις αλλά κυρίως ανοίγει συζητήσεις για την επόμενη ημέρα.
        Οι αγκιτάτορες της πολιτικής σκηνής θα την χρησιμοποιήσουν προς την κατεύθυνση ανατροπής του συνόλου της προσπάθειας που έχει δρομολογηθεί.
        Οι σώφρονες όμως θα επιδιώξουν να την χρησιμοποιήσουν θετικά με την έννοια ότι αυτή την στιγμή η χώρα μας έχει ανάγκη από χρόνο και ως εκ τούτου κάθε χρονική επιμήκυνση , κάθε διευκόλυνση , κάθε ελαστική εφαρμογή θα οδηγήσει στην ομαλή υλοποίηση των συμφωνηθέντων με την τρόικα.
        Η αποδοχή του λάθους πολιτικής σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία επαναφοράς οικονομίας και κοινωνίας σε στρεβλές εποχές. Ο μύθος του Σίσυφου δεν πρέπει σε καμία περίπτωση αυτή την φορά να βρει εφαρμογή.
        Αυτό που ξεκίνησε πρέπει να τελειώσει , όμως με μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία , όχι όπως χρησιμοποιήθηκε κατά το παρελθόν όπου με λαϊκίστικο τρόπο η ευαισθησία μπερδεύτηκε με το κομματισμό και την φαυλότητα  αλλά με αυτό που βάζει πάνω από όλα την αξιοπρέπεια του ατόμου και της κοινωνίας.