Κυριακή 27 Ιουλίου 2008

Η ΕΚΤ άφησε πίσω της τον ρόλο του θεατή.
Του Σαρ. Λέκκα.
Υστερα από ακινησία ενός έτους, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) προχώρησε στις 3 Ιουλίου στην αύξηση του βασικού επιτοκίου του ευρώ κατά 25 μονάδες βάσης στο 4,25%.Μέχρι την απόφαση αύξησης ο προβληματισμός ήταν έντονος, ενώ σε πανευρωπαϊκό επίπεδο διίστανται οι απόψεις για την πορεία των επιτοκίων.Η μία άποψη ήθελε την αύξηση των επιτοκίων, ώστε να αντιμετωπισθεί ο πληθωριστικός κίνδυνος που η αύξηση των ενεργειακών τιμών, των πρώτων υλών και των καυσίμων είχε δημιουργήσει.Πράγματι ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη τον Ιούνιο έφθασε στο επίπεδο του 4%, που αποτελεί επίπεδο ρεκόρ για τα τελευταία 16 χρόνια.Η άλλη άποψη ήθελε εάν όχι τη μείωση των επιτοκίων, τουλάχιστον τη σταθεροποίησή τους στα επίπεδα του 4% με το σκεπτικό ότι η σημερινή κρίση και το πληθωριστικό σοκ που βιώνει όλη η ανθρωπότητα προέρχεται από την πλευρά του κόστους παραγωγής και δεν έχει σχέση με τη νομισματική προσφορά.Πράγματι, εάν από τον δείκτη τιμών καταναλωτή αφαιρεθούν οι τιμές των καυσίμων και των τροφίμων, τότε το 4% συρρικνώνεται κάτω από το επίπεδο του 2%.Προσωπικά πιστεύουμε ότι είναι τέτοιας μορφής η σημερινή πληθωριστική και πιστωτική κρίση που όποια απόφαση και εάν έπαιρνε η ΕΚΤ, η συζήτηση για την ορθότητά της θα ήταν εξίσου έντονη.Εάν κρατούσε τα επιτόκια σταθερά, θα ήταν έμμεση αποδοχή των τετελεσμένων, κάτι που στην ουσία θα ακύρωνε τον αντιπληθωριστικό ρόλο της.Η ΕΚΤ γνωρίζει πως με την αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα.Δίνει όμως το μήνυμα ότι είναι εδώ και ότι εάν χρειαστεί δεν θα διστάσει να προβεί σε θεραπείες σοκ για την ευρωπαϊκή οικονομία.Το εντυπωσιακό είναι ότι ακόμη και αυτοί που διαφωνούν, γνωρίζουν ότι ένα από τα λάθη των κεντρικών τραπεζών της δεκαετίας του '70 ήταν η μείωση του κόστους χρήματος με τη μείωση των επιτοκίων.Τότε η πρακτική αυτή αντί να επιλύσει το πρόβλημα του στασιμοπληθωρισμού το επιδείνωσε.Τότε σε συνδυασμό με την αύξηση των μισθών για την κάλυψη των απωλειών από την αύξηση των τιμών η διεθνής οικονομία μπήκε σε έναν φαύλο κύκλο που σήμερα όλοι απεύχονται.Σήμερα, οι κεντρικές τράπεζες λειτουργούν με βάση τις γνώσεις του παρελθόντος οπότε και αποφασίζουν ανάλογα.Εξάλλου, η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS), η οποία λειτουργεί ως η κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών, συστήνει αυστηρή νομισματική πολιτική, προκειμένου να τεθεί υπό έλεγχο ο πληθωρισμός, ενώ αποδίδει τη σημερινή οικονομική κρίση όχι στα προβληματικά αμερικανικά στεγαστικά δάνεια χαμηλής φερεγγυότητας, αλλά στον επιπόλαιο και υπερβολικό δανεισμό που έχει προηγηθεί.Στη βάση αυτή είναι λογικό οι κεντρικές τράπεζες να προχωρούν στη μείωση της προσφοράς χρήματος με την αύξηση των επιτοκίων, θεωρώντας ότι ο σπειροειδής κύκλος τιμών και μισθών δεν πρόκειται να επαναληφθεί όπως στο παρελθόν, διότι απλά οι πάντες σήμερα γνωρίζουν ότι η κατάσταση είναι ιδιαίτερα δύσκολη και ότι η αύξηση των μισθών ακολουθεί την αύξηση της παραγωγικότητας και όχι αυτή των τιμών όπως στο παρελθόν.Στην ουσία οι κεντρικές τράπεζες αναγνωρίζουν τη μονεταριστική διάσταση που θέλει ο πληθωρισμός και είναι νομισματικό φαινόμενο και άρα η καταπολέμησή του να γίνεται μέσω της μείωσης της προσφοράς χρήματος, που απλά επιτυγχάνεται μέσω αύξησης των επιτοκίων.Πολλοί θεωρούν ότι αυτή η προσέγγιση είναι λάθος, διότι το μόνο που θα κάνει είναι να οδηγήσει την ευρωπαϊκή οικονομία σε ύφεση, ενώ δεν θα καταπολεμήσει τον πληθωρισμό ούτε στο ελάχιστο.Οι ίδιοι θεωρούν ότι ο πληθωρισμός θα ανεβαίνει όσο οι τιμές του πετρελαίου και των πρώτων υλών θα αυξάνονται, ενώ θα πέσει εάν συμβεί το αντίστροφο.Προσωπικά πιστεύουμε ότι ως μήνυμα στις αγορές η κίνηση της ΕΚΤ είναι σωστή.Δεν θα βάλει τέλος στις πληθωριστικές πιέσεις ούτε θα αλλάξει τη ροή των πραγμάτων, όμως θα βάλει τέλος σε μία περίοδο που η ΕΚΤ εμφανιζόταν ως απλή θεατής των όσων ελάμβαναν χώρα στην ευρωζώνη. Επί έναν χρόνο, δηλαδή όσο χρόνο διαρκεί η τρέχουσα οικονομική κρίση, η ΕΚΤ έμεινε αδρανής, εμφανιζόμενη ως τράπεζα χωρίς στρατηγική και χωρίς πυξίδα.Με την πράξη της να αυξήσει το βασικό επιτόκιο του ευρώ δείχνει μία προσήλωση σε έναν στόχο.Το εάν επιτύχει ή όχι θα το δείξει ο χρόνος, όμως σε καμία περίπτωση δεν κάνει τα λάθη άλλων τραπεζών σε ανάλογες συγκυρίες.
Ο κ. Σαράντος Λέκκας είναι οικονομολόγος.
(ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΣΤΙΣ 27/7/2008)

Κυριακή 20 Ιουλίου 2008

Τα αφεντικά και οι αποδιοπομπαίοι τράγοι.
Του ΣΑΡ. ΛΕΚΚΑ
Η παγκόσμια οικονομική κοινότητα βιώνει το αποτέλεσμα των υπερφίαλων στρατηγικών μεγιστοποίησης του κέρδους. Τα υψηλόβαθμα στελέχη των μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων κατηγορούνται για ανεύθυνη και αντικοινωνική συμπεριφορά, η οποία σε διεθνές επίπεδο έχει οδηγήσει πέρα των διαγραφών επισφαλών δανείων και στην κατάρρευση μεγάλων τραπεζικών ιδρυμάτων.Θέλοντας να εξετάσουμε και την πλευρά των μεγαλοστελεχών πρέπει να πούμε ότι αυτοί που σήμερα κατηγορούνται ως καταστροφείς περιουσιακών στοιχείων, πριν από ορισμένους μήνες δέχονταν τα εύσημα στις γενικές συνελεύσεις από την πλειονότητα των μετόχων για τα καλά οικονομικά στοιχεία που κατέγραφαν οι ισολογισμοί των ιδρυμάτων που διηύθυναν.Αυτοί που σήμερα κατηγορούνται ως ανεύθυνοι, υπερφίαλοι και διεφθαρμένοι είναι οι ίδιοι που πριν από ορισμένους μήνες, βάζοντας ακόμη υψηλότερους στόχους και ευελπιστώντας σε ακόμη μεγαλύτερα κέρδη, αποσπούσαν τα χειροκροτήματα και τις ζητωκραυγές των μικρών και μεγάλων μετόχων.Αυτοί που σήμερα κατηγορούνται για την κατάρρευση των εσόδων και των κερδών είναι οι ίδιοι που μέχρι πριν από ορισμένους μήνες διοικούσαν τις εταιρείες, με τρόπο απόλυτο και επιθετικογενή με την ανοχή των μεγαλομετόχων, δηλαδή των ανθρώπων που τους είχαν εμπιστευθεί τα κεφάλαιά τους.Αυτοί που σήμερα κατηγορούνται ως αλχημιστές είναι οι ίδιοι που πριν από ορισμένους μήνες στη βάση της υποτιθέμενης αέναης κερδοφορίας καρπώνονταν υπερβολικά υψηλές αμοιβές και μπόνους με την έγκριση των μεγαλομετόχων τους.Αυτοί που σήμερα δεν κατηγορούνται, αυτοί που σήμερα βρίσκονται στο απυρόβλητο και δεν είναι άλλοι από τους «εργοδότες» των μεγαλοστελεχών, οι μεγαλομέτοχοι των εταιρειών, κατά την προσωπική μας άποψη έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης.Οπως είναι γνωστό η δημιουργία μεγάλων εταιρειών και πιστωτικών ιδρυμάτων οδήγησε στην αλλαγή του μοντέλου διοίκησης όπου ο μέτοχος - ιδιοκτήτης είχε την πλήρη ευθύνη της διοίκησης.Τα ογκωδέστερα πολυμετοχικά σχήματα είχαν ως αποτέλεσμα την επιλογή διοικήσεων από τεχνοκράτες, οι οποίοι δεν είχαν σχέση ιδιοκτησίας με την εταιρεία που διοικούσαν. Στη βάση αυτή ευθύνη δεν φέρουν μόνο αυτοί που διοικούν αλλά και αυτοί που επιλέγουν τους τεχνοκράτες που διαχειρίζονται τα περιουσιακά τους στοιχεία. Ο κάθε τεχνοκράτης στοχεύει στο υψηλότερο κέρδος για το χρονικό διάστημα που διοικεί μία εταιρεία ή ένα πιστωτικό ίδρυμα.Κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να πολλαπλασιάσει το ατομικό του εισόδημα, στηριζόμενος βέβαια στην επίτευξη κερδών της εταιρείας που διοικεί. Αδιαφορεί για τους κινδύνους και τις ρυθμίσεις που υπάρχουν. Στόχος του η αύξηση των κερδών, αφού αυτά θα του διαιωνίσουν τη διοίκησή του και αυτά θα τον κρίνουν ως επιτυχημένο ή όχι.Στην ουσία ο μέτοχος τον πιέζει για υψηλότερα κέρδη και αυτός ως εντεταλμένο όργανο κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να ικανοποιήσει τις ανάγκες και τις προσδοκίες του μετόχου. Το ερώτημα που τίθεται, στην περίπτωση των συνεχώς αυξανόμενων και σε πλείστες των περιπτώσεων αυξανόμενων ιλιγγιωδώς κερδών, είναι πώς οι μέτοχοι - ιδιοκτήτες δεν διερωτόνταν για τη βάση της κερδοφορίας και για τα υπόβαθρά της.Γιατί αρέσκονταν πάντα στις προφορικές διαβεβαιώσεις των τεχνοκρατών και δεν επεδίωκαν την απόλυτη διαφάνεια μέσω κανόνων και ρυθμίσεων ή μέσω ελέγχων που οι ίδιοι θα προκαλούσαν; Για να είμαστε έντιμοι προς όλες τις κατευθύνσεις πρέπει να πούμε ότι η κερδοφορία θέλγει και ότι οι περίοδοι των παχέων αγελάδων κοιμίζουν, αφού λειτουργούν αποτρεπτικά ακόμη και για καλοπροαίρετες κριτικές.Αποδιοπομπαίοι τράγοι πάντα θα υπάρχουν, όπως θα υπάρχουν και υπερφίαλες κερδοσκοπικές πρακτικές, αυτό όμως δεν σημαίνει πως οι ευθύνες πρέπει να περιορίζονται μόνο στα οφθαλμοφανή πρόσωπα και γεγονότα, αλλά να διαχέονται προς όλες τις κατευθύνσεις.
Ο κ. Σαράντος Λέκκας είναι Οικονομολόγος.
(ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΣΤΙΣ 20/7/2008)

Κυριακή 6 Ιουλίου 2008

Τα δυσμενή οικονομικά στοιχεία.
Του Σαρ. Λέκκα.
Ολόκληρη η Ευρώπη βιώνει την αύξηση των τιμών σε επίπεδα πρωτόγνωρα για την εποχή του ευρώ και όχι μόνο.Ηδη τον Μάιο ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη κατεγράφη στα επίπεδα του 3,6% έναντι 3,3% του Απριλίου και τον Ιούνιο ακόμη χειρότερα, πράγμα που σημαίνει ότι βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας 16ετίας.Οι ανησυχίες για πληθωριστικές πιέσεις συνεχίζονται, αφού οι τιμές του πετρελαίου και των εμπορευμάτων αυξάνονται, ενώ πλέον επηρεάζεται και η πραγματική οικονομία.Ηδη η Κεντρική Τράπεζα της ευρωζώνης αύξησε το επιτόκιο του ευρώ στα επίπεδα του 4,25%, με τον πρόεδρό της κ. Τρισέ να δηλώνει ότι οι κίνδυνοι από την πιστωτική κρίση δεν έχουν περάσει.Εκ των πραγμάτων και εκ της θέσης του ο κ. Τρισέ πρέπει να είναι επιφυλακτικός.Με τις τιμές του πετρελαίου να αυξάνονται και τις τιμές παραγωγού να οδηγούν τις τιμές των προϊόντων σε νέα αυξημένα επίπεδα, είναι λογικό ο κάθε νοήμων άνθρωπος να πιστεύει ότι οι αυξήσεις θα συνεχισθούν σε τρόφιμα και υπηρεσίες.Στην Ελλάδα ο πληθωρισμός έφθασε τον Μάιο στο 4,9% από 2,9% του αντίστοιχου μήνα του 2007 και τον Ιούνιο ίσως αγγίζει το 5,2%, φθάνοντας στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας 10ετίας.Βέβαια το σημαντικό είναι ότι πλέον και ο δομικός πληθωρισμός δείχνει ότι το πρόβλημα της αύξησης των τιμών διαχέεται σε ολόκληρη την οικονομία και όχι μόνο σε κλάδους και τομείς που επηρεάζονται από ευκαιριακούς παράγοντες.Ο δομικός πληθωρισμός, δηλαδή ο πληθωρισμός χωρίς καύσιμα και οπωροκηπευτικά, τον Μάιο αυξήθηκε στο 4,2% έναντι 3,7% του Απριλίου, υποδηλώνοντας ότι πλέον οι ανατιμήσεις χτυπούν στην καρδιά της την πραγματική οικονομία.Οι ανατιμήσεις όμως αλλάζουν την καταναλωτική συμπεριφορά, με αποτέλεσμα πλέον να καταγράφεται σαφή μείωση της κατανάλωσης και φυσικά των λιανικών πωλήσεων.Ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ περιορίσθηκε στο 3,6% το πρώτο τρίμηνο του έτους, έναντι 4,4% του αντίστοιχου διαστήματος του 2007, ως συνέπεια της μείωσης της ζήτησης και της κάμψης στην αγορά ακινήτων.Η τελική κατανάλωση μειώθηκε στο 2,5% το πρώτο τρίμηνο, έναντι 4,5% του 2007, ενώ η οικοδομική δραστηριότητα τον Φεβρουάριο μειώθηκε κατά 0,1% έναντι του αντίστοιχου μήνα του 2007, ο οποίος με τη σειρά του τότε είχε μειωθεί κατά 7,9%.Πολλοί λέγουν πως ο τζίρος των λιανικών πωλήσεων δεν είναι θέμα πληθωρισμού, αλλά θέμα διαδηλώσεων και απεργιών.Σύμφωνα με το ΕΒΕΑ, για κάθε ημέρα γενικής απεργίας οι επιχειρήσεις του κέντρου χάνουν 5,9 εκατ. ευρώ σε πωλήσεις και 1,5 εκατ. ευρώ σε κέρδη.Οπως και να έχει όμως, δηλαδή όποιος και εάν έχει την ευθύνη της μείωσης των λιανικών πωλήσεων, είτε οι ανατιμήσεις είτε οι διαδηλωτές, το αποτέλεσμα καταγράφεται αρνητικά στον ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ.Φυσικά υπάρχουν και απεργίες που κάνουν καλό στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, όπως αυτή των λιμενεργατών στα λιμάνια Πειραιά και Θεσσαλονίκης.Η δυσκολία στον εκτελωνισμό προϊόντων οδηγεί σε λιγότερες εισαγωγές και άρα σε λιγότερες πληρωμές, πράγμα που σημαίνει ότι δεν αφαιρούνται από το ΑΕΠ στοιχεία που σε διαφορετική περίπτωση θα το μείωναν.Στη βάση αυτή η πτώση του ΑΕΠ στο 3,6% για το πρώτο τρίμηνο του 2008 κάλλιστα θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη.Φυσικά στο οικονομικό επιτελείο, παρ' ότι για τους μη μυημένους στα οικονομικά φαίνεται παράξενο, συγκυρίες ή καταστάσεις που λειτουργούν αποτρεπτικά στην εμφάνιση δυσμενών στατιστικών στοιχείων γίνονται ευμενώς αποδεκτές διότι περιορίζουν τις μελλοντικές πληθωριστικές και αντιαναπτυξιακές προσδοκίες.Φυσικά με τρικ δεν μπορεί να λειτουργήσει μία οικονομία, ούτε μπορεί να αποφύγει δυσμενείς εξελίξεις. Απαιτείται επομένως ψυχραιμία, οργάνωση και αποτελεσματικότητα των μέτρων που λαμβάνονται για την αναχαίτιση των προβλημάτων.
(ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΣΤΙΣ 6/7/2008).

Κυριακή 29 Ιουνίου 2008

Μετρώντας τις πληγές της πιστωτικής κρίσης.
Του Σαρ. Λέκκα.
Εναν χρόνο μετά την έναρξη της πιστωτικής κρίσης, οι τράπεζες σε διεθνές επίπεδο προσπαθούν να διαχειρισθούν τις επιπτώσεις της κρίσης τόσο σε οικονομικό όσο και σε επίπεδο αποκατάστασης της φήμης τους.Εναν χρόνο μετά ο απολογισμός των συνολικών ζημιών φθάνει τα 379,2 δισ. δολάρια.Πρωταθλητές στις ζημιές έχουν αποκηρυχθεί η Citigroup με ζημιές της τάξεως των 42,9 δισ. δολαρίων, η UBS με ζημιές της τάξεως των 38,2 δισ. δολαρίων και η Merrill Lynch με ζημιές της τάξεως των 37 δισ. δολαρίων.Βέβαια αυτές οι ζημιές καταγράφουν τη σημερινή κατάσταση, διότι οι προβλέψεις για το συνολικό κόστος της πιστωτικής κρίσης, σύμφωνα με τους διεθνείς οργανισμούς, θα είναι πολλαπλάσιες.Συγκεκριμένα με τα στοιχεία που έχουν αποτιμηθεί έναν χρόνο μετά την έναρξη της κρίσης ο ΟΟΣΑ ομιλεί για συνολικές ζημιές της τάξεως των 887 δισ. δολαρίων, το ΔΝΤ για ζημιές της τάξεως των 945 δισ. δολαρίων, ενώ υπάρχουν και ακραίες εκτιμήσεις για συνολικές ζημιές της τάξεως των 1,3 τρισ. δολαρίων.Οποιο και εάν είναι το τελικό κόστος, το βέβαιο είναι ότι θα χρειασθούν επίμονες προσπάθειες από τους επικεφαλής των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για να εξυγιανθούν οι ισολογισμοί τους.Αυτή τη στιγμή οι διαγραφές επισφαλών απαιτήσεων οδηγούν στη μείωση των ιδίων κεφαλαίων και στη μείωση της κεφαλαιακής επάρκειας.Αυτή η διάσταση αντιμετωπίζεται με αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου.Η αναζήτηση κεφαλαίων επιτεύχθηκε με τη δημόσια χρηματοδότηση διαφόρων κρατών όπως από τα κρατικά επενδυτικά κεφάλαια της Σιγκαπούρης, του Κουβέιτ, της Κίνας και άλλων κρατών κυρίως της Αραβικής Χερσονήσου.Αρκετά κρατικά επενδυτικά ταμεία, κυρίως πετρελαιοπαραγωγών χωρών, έχουν εισέλθει στα μετοχικά κεφάλαια μεγάλων αμερικανικών και όχι μόνο τραπεζών.Εναν χρόνο μετά την έναρξη της πιστωτικής κρίσης η αναζήτηση κεφαλαίων είναι το μεγάλο άγχος των εμπλεκόμενων στην κρίση τραπεζών, διότι η μη εξασφάλιση των απαραίτητων και αναγκαίων κεφαλαίων οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε εξευτελιστικές πωλήσεις τύπου Bear Stearns ή σε αναγκαστικές κρατικοποιήσεις τύπου Νorthern Rock.Παράλληλα η μη εξυπηρέτηση των προβληματικών δανείων οδηγεί σε μείωση των εσόδων και στην πτώση της κερδοφορίας των τραπεζών, ενώ σε πλείστες των περιπτώσεων οι ζημιογόνες λογιστικές καταστάσεις δείχνουν ότι το κόστος της κρίσης απαιτεί άμεσες λύσεις.Η επαναφορά στην κερδοφορία είναι δύσκολη και ιδιαίτερα κοστοβόρα για το πρεστίζ των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων διαδικασία κατ' αρχήν με τη μείωση του λειτουργικού κόστους. Μέσα σε ένα χρόνο που διαρκεί η πιστωτική κρίση, οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί έχουν προβεί σε απολύσεις 83.000 εργαζομένων, αριθμός ιδιαίτερα μεγάλος ένα αναλογισθούμε ότι το ύψος των απολύσεων αναλογεί στο προσωπικό δύο μεγάλων οργανισμών όπως της Goldman Sachs και της Morgan Stanley.Σε δεύτερο επίπεδο με την πώληση θυγατρικών. Η πρώτη σε ζημιές Citigroup πουλά την θυγατρική της στη Γερμανία, ενώ προχωρεί σε αναδιάταξη των υπηρεσιών της σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ σε ανάλογα ξεφορτώματα θυγατρικών προχωρούν και άλλοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί.Σε τρίτο επίπεδο με την πώληση περιουσιακών στοιχείων. Η κατάρρευση της κερδοφορίας για παράδειγμα της Morgan Stanley κατά 57% στο δεύτερο τρίμηνο του 2008 οδήγησε στην ανάγκη πώλησης περιουσιακών στοιχείων ύψους 1,4 δισ. δολαρίων προκειμένου να υπάρξει κάλυψη της μαύρης τρύπας που υπήρχε στον ισολογισμό της εταιρείας.Σε τέταρτο επίπεδο με την πώληση τμημάτων του επενδυτικού χαρτοφυλακίου.Αυτό που συμβαίνει στο ελληνικό Χρηματιστήριο είναι ενδεικτικό της πρακτικής των μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.Οπου έχουν επενδύσει και καταγράφουν κέρδη, πουλούν τις συμμετοχές τους αποκομίζοντας κέρδη αρκετών δισ. ευρώ.Μόνο στο ελληνικό Χρηματιστήριο οι ρευστοποιήσεις κατά τις πρώτες 24 εβδομάδες του 2008 έφθασαν τα 60 δισ. ευρώ, στη συντριπτική τους πλειονότητα ρευστοποιήσεις ξένων θεσμικών χαρτοφυλακίων.
Ο κ. Σαράντος Λέκκας είναι οικονομολόγος.
(ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΣΤΙΣ 29/6/2008)

Τρίτη 17 Ιουνίου 2008

Οι μηχανισμοί της ακρίβειας.
Του Σαρ. Λέκκα
Στην Ελλάδα ασχολούμεθα με ένα θέμα, όταν κατά τη λαϊκή έκφραση ο κόμπος φθάνει στο χτένι. Τις τελευταίες εβδομάδες γίνεται αρκετός λόγος για την ακρίβεια και κυρίως για τους μηχανισμούς που την δημιουργούν. Ακούγονται πολλά, άλλα λογικά, άλλα υπερφίαλα και άλλα εντελώς εξωπραγματικά.Φυσικά από την πολιτικοποίηση - κομματικοποίηση, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν θα μπορούσε να ξεφύγει ούτε το μείζον αυτό θέμα που αγγίζει κυρίως τα μικρομεσαία νοικοκυριά. Ανάλογα τον πολιτικό μανδύα του καθενός, η ακρίβεια έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και φυσικά συγκεκριμένα αίτια.Πολλές φορές η αντιπαράθεση δεν έχει στόχο τη δημιουργία αναχωμάτων κατά της ακρίβειας, αλλά τη στοχοποίηση συγκεκριμένων πολιτικών και δράσεων. Η ακρίβεια μπορεί να πήρε διαστάσεις μετά την απογείωση των τιμών του πετρελαίου και των εμπορευμάτων, που σε συνδυασμό με την πιστωτική κρίση των τελευταίων μηνών χτύπησε την αγοραστική δύναμη κυρίως των μικρομεσαίων νοικοκυριών, πλην όμως το φαινόμενο άρχισε να προβληματίζει μετά την εισαγωγή του ευρώ.Για να ξεκαθαρίσουμε τη θέση μας δεν πιστεύουμε ότι η αλλαγή νομίσματος ευθύνεται για την απογείωση των εγχώριων τιμών. Η απουσία αίσθησης της δυναμικότητας του ευρώ, σε συνδυασμό με τη νοοτροπία της αρπαχτής οδήγησαν σε εξωπραγματικές στρογγυλοποιήσεις και σε επανακαθορισμούς των τιμών μακράν του πραγματικού κόστους και των περιθωρίων υγιούς κέρδους. Το παιχνίδι χάθηκε με την εισαγωγή του ευρώ, όμως η ακρίβεια άρχισε να παίρνει δραματικές διαστάσεις από τα τέλη του 2007, όταν η πιστωτική κρίση οδήγησε στην αύξηση των επιτοκίων και γενικότερα στην αύξηση του κόστους αποπληρωμής των υποχρεώσεων που είχαν αναλάβει τα ελληνικά νοικοκυριά.Σχεδόν ταυτόχρονα με την πιστωτική κρίση, η απογείωση των τιμών πετρελαίου και εμπορευμάτων οδηγούσε στη συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και στην έναρξη των συζητήσεων για το μέγεθος της ακρίβειας και για το εύρος των αποτελεσμάτων της.Ορισμένοι, φυσικά, δεν δέχονται την αύξηση των εγχώριων τιμών ως συνέπεια της διεθνούς αύξησης των τιμών, υιοθετώντας το επιχείρημα ότι ο εγχώριος πληθωρισμός είναι αυξημένος κατά 1,5 με 2 ποσοστιαίες μονάδες από τον μέσο ευρωπαϊκό. Στη λογική αυτή δεν υιοθετείται το επιχείρημα περί εισαγόμενων πληθωριστικών πιέσεων.Μία τέτοια, όμως, θεώρηση των πραγμάτων είναι εκ φύσεως μονόπλευρη και άκρως ιδιοτελής.Οταν ο μέσος πολίτης της χώρας διαπιστώνει ότι η τιμή του πετρελαίου από τα επίπεδα των 53 δολαρίων το βαρέλι που καταγράφονταν στις αρχές του 2007 έχει φθάσει τον Μάιο του 2008 στα επίπεδα των 137 δολαρίων το βαρέλι, δηλαδή όταν έχει αυξηθεί κατά 158,5 %, τότε καμιά θεώρηση, όσο τεχνοκρατικά δομημένη και εάν είναι, δεν μπορεί να του αλλάξει την εικόνα που έχει ο ίδιος διαμορφώσει.Φυσικά σε περιόδους που οι πληθωριστικές πιέσεις αυξάνονται, το χάσμα μεταξύ του πληθωρισμού των φτωχών και του πληθωρισμού των πλουσίων μεγαλώνει σε βάρος των φτωχών.Ειδικά τους τελευταίους μήνες, το χάσμα έχει μεγαλώσει αρκετά σε σημείο που να θεωρείται το μεγαλύτερο από τη στιγμή που εισήχθη το ευρώ στη χώρα μας.Μπορεί ο πληθωρισμός σε μέσα επίπεδα κατά την τελευταία 5ετία να μην έχει ξεπεράσει τις 3,2 ποσοστιαίες μονάδες, όμως κανένας ορθολογικά σκεπτόμενος αναλυτής δεν υιοθετεί την άποψη ότι το πραγματικό κόστος που βιώνουν τα μικρομεσαία νοικοκυριά είναι αυτό που καταγράφεται επίσημα.Φυσικά, ανεξάρτητα των εισαγόμενων πιέσεων και μόνο η διαφορά τιμών που καταγράφεται με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη δείχνει ότι στο εσωτερικό της χώρας υπάρχουν στρεβλώσεις, που πρέπει να αντιμετωπισθούν. Τα ευχολόγια των τελευταίων ετών πρέπει να πάρουν τέλος. Απαιτούνται δράσεις και μεταβολές δομών με τρόπο που θα ανοίγουν τον ανταγωνισμό, θα μειώνουν το κόστος και θα ενισχύουν την παραγωγικότητα.Ολο αυτό το πλέγμα των δράσεων μπορεί να ακούγεται εύκολο, όμως είναι ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα, τόσο δύσκολο που αρκετές δεκαετίες τώρα δεν έχει παρά τις προθέσεις να υλοποιηθεί.Είτε το πολιτικό κόστος είτε οι συνδικαλιστικές αντιδράσεις είτε η δυναμική που προβάλλουν οι συντεχνίες και τα καρτέλ είτε ο πολιτικός ωχαδελφισμός, το αποτέλεσμα είναι ένα και μοναδικό: Οι Ελληνες πολίτες επιβαρύνονται για τα ίδια προϊόντα με υψηλότερες τιμές από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους πολίτες.
Ο κ. Σαράντος Λέκκας είναι οικονομολόγος
(ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΣΤΙΣ 15/6/2008)

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2008

Η εισαγωγή του ευρώ και τα «πλοκάμια» των ανατιμήσεων.
Του Σαραντου Λεκκα*


Στην Ελλάδα ασχολούμεθα με ένα θέμα όταν κατά την λαϊκή έκφραση ο κόμπος φθάνει στο χτένι. Τις τελευταίες εβδομάδες γίνεται αρκετός λόγος για την ακρίβεια και κυρίως για τους μηχανισμούς που τη δημιουργούν. Ακούγονται πολλά, άλλα λογικά, άλλα υπερφίαλα και άλλα εντελώς εξωπραγματικά. Φυσικά, από την πολιτικοποίηση - κομματικοποίηση όπως ήταν αναμενόμενο δεν θα μπορούσε να ξεφύγει ούτε το μείζον αυτό θέμα που αγγίζει κυρίως τα μικρομεσαία νοικοκυριά.
Ανάλογα τον πολιτικό μανδύα του καθενός, η ακρίβεια έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και, φυσικά, συγκεκριμένα αίτια.
Πολλές φορές η αντιπαράθεση δεν έχει στόχο τη δημιουργία αναχωμάτων κατά της ακρίβειας αλλά την στοχοποίηση συγκεκριμένων πολιτικών και δράσεων.
Η ακρίβεια μπορεί να πήρε διαστάσεις μετά την απογείωση των τιμών του πετρελαίου και των εμπορευμάτων που, σε συνδυασμό με την πιστωτική κρίση των τελευταίων μηνών, χτύπησε την αγοραστική δύναμη κυρίως των μικρομεσαίων νοικοκυριών πλην όμως το φαινόμενο άρχισε να προβληματίζει μετά την εισαγωγή του ευρώ.
Για να ξεκαθαρίσουμε τη θέση μας δεν πιστεύουμε ότι η αλλαγή νομίσματος ευθύνεται για την απογείωση των εγχώριων τιμών.
Η απουσία αίσθησης της δυναμικότητας του ευρώ σε συνδυασμό με την νοοτροπία της αρπαχτής οδήγησε σε εξωπραγματικές στρογγυλοποιήσεις και σε επανακαθορισμούς των τιμών μακράν του πραγματικού κόστους και των περιθωρίων υγιούς κέρδους.
Το παιχνίδι χάθηκε με την εισαγωγή του ευρώ, όμως η ακρίβεια άρχισε να παίρνει δραματικές διαστάσεις από τα τέλη του 2007 όταν η πιστωτική κρίση οδήγησε στην αύξηση των επιτοκίων και γενικότερα στην αύξηση του κόστους αποπληρωμής των υποχρεώσεων που είχαν λάβει τα ελληνικά νοικοκυριά.
Σχεδόν ταυτόχρονα με την πιστωτική κρίση, η απογείωση των τιμών πετρελαίου και εμπορευμάτων οδηγούσε στη συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και στην έναρξη των συζητήσεων για το μέγεθος της ακρίβειας και για το εύρος των αποτελεσμάτων της.
Ορισμένοι, φυσικά, δεν δέχονται την αύξηση των εγχώριων τιμών ως συνέπεια της διεθνούς αύξησης των τιμών, υιοθετώντας το επιχείρημα ότι ο εγχώριος πληθωρισμός είναι αυξημένος κατά 1,5 με 2 ποσοστιαίες μονάδες από τον μέσο ευρωπαϊκό.
Στη λογική αυτή δεν υιοθετείται το επιχείρημα περί εισαγόμενων πληθωριστικών πιέσεων. Μια τέτοια όμως θεώρηση των πραγμάτων είναι εκ φύσεως μονόπλευρη και άκρως ιδιοτελής. Οταν ο μέσος πολίτης της χώρας διαπιστώνει ότι η τιμή του πετρελαίου από τα επίπεδα των 53 δολαρίων το βαρέλι που καταγράφονταν στις αρχές του 2007 έχει φθάσει τον Μάιο του 2008 στα επίπεδα των 137 δολαρίων το βαρέλι, δηλαδή όταν έχει αυξηθεί κατά 158,5%, τότε καμιά θεώρηση όσο τεχνοκρατικά δομημένη και εάν είναι δεν μπορεί να του αλλάξει την εικόνα που έχει ο ίδιος διαμορφώσει.
Φυσικά, σε περιόδους όπου οι πληθωριστικές πιέσεις αυξάνονται, το χάσμα μεταξύ του πληθωρισμού των φτωχών και του πληθωρισμού των πλουσίων μεγαλώνει σε βάρος των φτωχών. Ειδικά τους τελευταίους μήνες, το χάσμα έχει μεγαλώσει αρκετά σε σημείο που να θεωρείται το μεγαλύτερο από την στιγμή που εισήχθη το ευρώ στη χώρα μας.
Μπορεί ο πληθωρισμός σε μέσα επίπεδα κατά την τελευταία 5ετία να μην έχει ξεπεράσει τις 3,2 ποσοστιαίες μονάδες, όμως κανένας ορθολογικά σκεπτόμενος αναλυτής δεν υιοθετεί την άποψη ότι το πραγματικό κόστος που βιώνουν τα μικρομεσαία νοικοκυριά είναι αυτό που καταγράφεται επίσημα. Φυσικά, ανεξάρτητα των εισαγόμενων πιέσεων και μόνο η διαφορά τιμών που καταγράφεται με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη δείχνει ότι στο εσωτερικό της χώρας υπάρχουν στρεβλώσεις που πρέπει να αντιμετωπισθούν.
Τα ευχολόγια των τελευταίων ετών πρέπει να πάρουν τέλος. Απαιτούνται δράσεις και μεταβολές δομών με τρόπο που θα ανοίγουν τον ανταγωνισμό, θα μειώνουν το κόστος και θα ενισχύουν την παραγωγικότητα.
Ολο αυτό το πλέγμα των δράσεων μπορεί να ακούγεται εύκολο όμως είναι ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα, τόσο δύσκολο που αρκετές δεκαετίες τώρα δεν έχει παρά τις προθέσεις υλοποιηθεί.
Είτε το πολιτικό κόστος είτε οι συνδικαλιστικές αντιδράσεις είτε η δυναμική που προβάλλουν οι συντεχνίες και τα καρτέλ, είτε ο πολιτικός ωχαδελφισμός, το αποτέλεσμα είναι ένα και μοναδικό: οι Ελληνες πολίτες επιβαρύνονται για τα ίδια προϊόντα με υψηλότερες τιμές από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους πολίτες.
* Ο κ. Σαράντος Λέκκας είναι οικονομολόγος.
(ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΣΤΙΣ 12/6/2008)

Κυριακή 8 Ιουνίου 2008

Η αύξηση του κόστους χρήματος.
Του Σαρ. Λέκκα

Οταν πριν από έναν χρόνο ξεκινούσε η πιστωτική κρίση στις ΗΠΑ που σήμερα βιώνουν όλες οι οικονομίες της υφηλίου υπήρχε μία θεωρία που μιλούσε για την αποσύνδεση όσων οικονομιών δεν είχαν στο εσωτερικό τους τράπεζες με προβληματικά χαρτοφυλάκια.Η παγκοσμιοποίηση όμως όπως ήταν φυσικό επέβαλε τους όρους της με αποτέλεσμα σήμερα ένα περίπου χρόνο μετά την σπάσιμο της «φούσκας» των αμερικανικών στεγαστικών δανείων και των ομολόγων που προήλθαν από την τιτλοποίησή τους η κρίση να έχει τέτοια διασπορά που όλες οι ανεπτυγμένες οικονομίες να νιώθουν έντονα τις επιπτώσεις της.Τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα όπως είναι γνωστό δεν έχουν στα χαρτοφυλάκια τους προβληματικά ομόλογα όμως παρά ταύτα αντιμετωπίζουν τις παράπλευρες απώλειες που έχει δημιουργήσει η πιστωτική κρίση.Η άντληση ρευστότητας γίνεται πλέον με κόπο και μεγαλύτερο κόστος.Επιτόκια που μέχρι πριν λίγους μήνες φάνταζαν εξωπραγματικά, σήμερα δίδονται απλόχερα με μοναδικό στόχο την απρόσκοπτη ανάπτυξη των τραπεζικών εργασιών.Και εάν πολλοί αναρωτιούνται τι διαφέρει τον μέσο πολίτη της χώρας η συνέχιση των αναπτυξιακών ρυθμών των τραπεζικών πιστοδοτήσεων τότε θα πρέπει να επαναφέρουμε στη μνήμη του καθενός το σημερινό αναπτυξιακό μοντέλο το οποίο εν πολλοίς βασίζεται στην ιδιωτική κατανάλωση και στις πιστώσεις που λαμβάνουν τα ελληνικά νοικοκυριά για την στήριξη των καταναλωτικών και στεγαστικών τους αναγκών.Μπορεί ο λαϊκίστικος δρόμος αντιμετώπισης των δομών της ελεύθερης αγοράς να θέλει την τιμωρία όσων παράγουν και κερδίζουν πλην όμως οι αναπτυξιακοί ρυθμοί της ελληνικής οικονομίας στηρίζονται στην ανάπτυξη των τραπεζικών εργασιών είτε το θέλουν ορισμένοι είτε όχι.Φυσικά η ευθύνη της αποπληρωμής των όποιων πιστώσεων πέφτει στις πλάτες του δανειολήπτη ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα τις δυνατότητές του.Φυσικά οι αρνητικές συγκυρίες μεταβάλλουν τον προγραμματισμό των νοικοκυριών και φέρνουν σε αρκετά δύσκολη θέση αρκετά φυσικά και νομικά πρόσωπα.Η σημερινή συγκυρία είναι αρνητική με την έννοια ότι ο οικογενειακός προϋπολογισμός πλήττεται τόσο από την αύξηση των επιτοκίων όσο και από την αύξηση των τιμών βασικών ειδών διατροφής και καυσίμων.Το χρονικό διάστημα που διανύουμε είναι δύσκολο, αυτό το αντιλαμβάνονται όλοι και κυρίως οι έχοντες την εκτελεστική εξουσία και την ευθύνη χάραξης της οικονομικής πολιτικής της χώρας.Παρά το γεγονός ότι το ΑΕΠ της χώρας το πρώτο τρίμηνο του 2008 αυξήθηκε με 3,6% ποσοστό ίδιο με το τελευταίο τρίμηνο του 2007, εντούτοις η κυβέρνηση προχώρησε στην αναθεώρηση των βασικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας.Ο ρυθμός ανάπτυξης από το 4% αναθεωρήθηκε στο 3,6%, ενώ ο πληθωρισμός από το 3,5% αναθεωρήθηκε στο 3,8%.Μόνο το ύψος του ελλείμματος παρέμεινε σταθερό στα επίπεδα του 1,6% αφού επικράτησε η άποψη ότι αναφορικά με τα έσοδα η αύξηση του πληθωρισμού θα καλύψει μέρος των όποιων απωλειών υπάρξουν από την μείωση του ρυθμού ανάπτυξης.Φυσικά την αύξηση του κόστους του χρήματος δεν την πληρώνουν μόνο τα νοικοκυριά αλλά και το ίδιο το κράτος.Με δημόσιο χρέος της τάξεως άνω των 250 δισ. ευρώ και με ανάγκη αναζήτησης άνω των 35 δισ. ευρώ για την κάλυψη των τοκοχρεολυτικών υποχρεώσεων που απορρέουν από το χρέος η ελληνική κυβέρνηση θα πληρώσει αρκετά το τίμημα της δυσχερούς επιτοκιακής συγκυρίας.Ηδη το επιτόκιο των 3μηνων εντόκων γραμματίων του ελληνικού Δημοσίου έχει ανέλθει στα επίπεδα του 4,52% που είναι τα μεγαλύτερα επίπεδα της τελευταίας 8ετίας.Η επιβάρυνση είναι δεδομένη όπως δεδομένη είναι και η επιβάρυνση του τρέχοντος προϋπολογισμού από την ανατροπή των προβλέψεων για τις τιμές των καυσίμων και των εμπορευμάτων.Οι αρχικές προβλέψεις για την τιμή του πετρελαίου ήταν στα επίπεδα των 79 δολαρίων ανά βαρέλι ενώ ακόμη και οι αναθεωρημένη πρόβλεψη στα επίπεδα των 90-100 δολαρίων είναι εκτός πραγματικότητας όταν η τιμή του μαύρου χρυσού έχει αναρριχηθεί στα επίπεδα των 137 δολαρίων.Το ίδιο συμβαίνει και με τις προβλέψεις για τις αυξήσεις στις τιμές των εμπορευμάτων που οι αρχικές προβλέψεις τις ήθελαν στο 4,3% και οι αναθεωρημένες στο 13%, ενώ σε πραγματικά επίπεδα έχουν ξεπεράσει το 40%.
Ο κ. Σαράντος Λέκκας είναι οικονομολόγος.
(ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΣΤΙΣ 8/6/2008).