Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

                                                   

      Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ

Έχοντας κλείσει τρία μνημονιακά χρόνια τέσσερα πράγματα συνεχίζουν να ακούγονται ως παραινέσεις για το μέλλον.
Η συνέχιση και εντατικοποίηση των διαθρωτικών αλλαγών , οι ιδιωτικοποιήσεις , η αύξηση της ανταγωνιστικότητας και η ανάγκη απομόχλευσης ιδιωτών και επιχειρήσεων .
Αναφορικά με τις διαρθρωτικές αλλαγές πάντα υπάρχει το ερώτημα τι εννοούμε με τον όρο διαρθρωτικές αλλαγές .
Εάν εννοούμε την κεφαλαιοποίηση των εγχώριων πιστωτικών ιδρυμάτων τότε μπορούμε μετά βεβαιότητας να ισχυριστούμε ότι πραγματοποιήθηκε επιτυχώς .
Εάν εννοούμε την αλλαγή της παραγωγικής διάρθρωσης της οικονομίας μέσω του αναπροσανατολισμού της προς τομείς με υψηλή προστιθέμενη αξία που θα μπορούσαν να προσφέρουν διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά τότε πάλι μετά βεβαιότητας μπορούμε να ισχυριστούμε ότι  απέχουμε παρά πολύ όχι από το ιδεατό αλλά και από το εμβρυακό επίπεδο .
Εάν εννοούμε την αύξηση της ανταγωνιστικότητας μας τότε την τριετία 2010-2012 ανακτήθηκε το 71 % περίπου έναντι της ζώνης του ευρώ και το 77% περίπου έναντι των σημαντικών μας εμπορικών εταίρων ενώ υπολογίζεται ότι εντός του 2013 θα έχει ανακτηθεί πλήρως η απώλεια της ανταγωνιστικότητας που χάθηκε κατά την περίοδο 2001-2009.
Εάν εννοούμε την ελαστικοποίηση των μορφών εργασίας, για τα δεδομένα της χώρας μας η πρόοδος εάν υποθέσουμε ότι πρόκειται περί προόδου , είναι εντυπωσιακή .
Εάν εννοούμε την απελευθέρωση των αγορών και των επαγγελμάτων και εδώ η υλοποίηση των εντολών της τρόικας πραγματοποιείται συστηματικά .
Εάν ομιλούμαι για τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και την συρρίκνωση του δημοσίου τομέα  η προσπάθεια προσκρούει σε παθογένειες που μας έφεραν στα σημερινά αδιέξοδα , οπότε και οι ρυθμοί προσαρμογής  απαραίτητα πρέπει να αλλάξουν .
Αναφορικά με τις ιδιωτικοποιήσεις .
Για πολλούς είναι το κυριότερο μέτρο αναδιάρθρωσης της οικονομίας και αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου.
Για άλλους πρόκειται για μέσο αύξησης των εσόδων και μείωσης του  δημοσίου χρέους .
Με όποια οπτική διάθεση και εάν το δούμε το σίγουρο είναι ότι ο δημόσιος τομέας στην χώρα μας πρέπει να μειωθεί .
Το άσχημο είναι ότι η συγκύρια πώλησης δημόσιας περιουσίας είναι κακή με την έννοια ότι σε διεθνές επίπεδο υπάρχει υπερπροσφορά δημόσιας ακίνητης περιουσίας .
Αυτό σε συνδυασμό με τη μεγάλη πτώση των τιμών ως αποτέλεσμα της μειωμένης ρευστότητας και της έλλειψης ανταγωνισμού, μειώνει σε μεγάλο βαθμό τις προοπτικές επιτυχίας καταρχήν του προγράμματος και φυσικά της άντλησης ικανοποιητικών εσόδων .
Υπερφίαλες εκτιμήσεις άντλησης 50 δις € μέχρι το 2020 που είδαμε κατά το πρόσφατο παρελθόν απλά μεγιστοποιούν το πρόβλημα αξιοπιστίας που υπάρχει αναφορικά με το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας και γελοιοποιούν τους εμπνευστές του .
Το σίγουρο είναι ότι με τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις θα πρέπει να είμαστε απόλυτα  συντηρητικοί δεδομένης της άσχημης συγκυρίας που δεν προβλέπεται να αλλάξει κυρίως για την επόμενη πενταετία.
Σχετικά με την απομόχλευση , δηλαδή την μείωση του δανεισμού η πορεία των πραγμάτων δεν χωρά παραινέσεις .
Σε περιόδους δημοσιονομικής προσαρμογής , μείωσης μισθών και συντάξεων , υψηλής  ανεργίας και χαμηλής οικονομικής δραστηριότητας , η απομόχλευση έρχεται ως άμεση συνέπεια της αβεβαιότητας, του φόβου για το αύριο , του ένστικτου αντιμετώπισης της νέας πραγματικότητας , δηλαδή ως κάτι φυσικό και αναμενόμενο.
Είναι στην ουσία αμυντική ενέργεια προσαρμογής στα νέα δεδομένα .
Το αντίστροφο συνέβη κατά την περίοδο των υψηλών ρυθμών  ανάπτυξης και της υπεραισιοδοξίας όπου φυσικά και νομικά πρόσωπα ξέφυγαν  από τα επίπεδα της ρευστότητας τους χρησιμοποιώντας δανειακά κεφάλαια για την κάλυψη καταναλωτικών και  επενδυτικών υποχρεώσεων τους .
Η απομόχλευση θα συνεχίσει μέχρι εκεί που  το σύστημα θα ισορροπήσει εκ νέου, αλλά αυτή την φορά σε χαμηλότερα επίπεδα.

Οικονομική δραστηριότητα και δανεισμός αλληλοσυνδέονται πράγμα που σημαίνει ότι όσο η ύφεση θα παραμείνει ενεργή η μείωση του δανεισμού θα είναι το άμεσο επακόλουθο της .

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014


                                                        ΑΡΘΡΟ

      Ο ΔΑΝΕΙΣΜΟΣ ΩΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΜΟΡΦΗ ΔΟΥΛΕΙΑΣ

Όπως είναι κοινά πλέον αποδεκτό η  σύγχρονη μορφή σκλαβιάς είναι το δημόσιο χρέος .
Πάντα ήταν, όμως από την στιγμή που οι άλλες μορφές δουλείας χάθηκαν στο πέρασμα τον χρόνων το χρέος είτε ατομικό , είτε δημόσιο αποτελεί τον κατεξοχήν δείκτη ανελευθερίας ή περιορισμένης ατομικής ή εθνικής κυριαρχίας .
Ο δανειζόμενος είναι δούλος του δανειστή είτε μας αρέσει είτε όχι.
Συχνά όταν αναφερόμαστε στις ωμές παρεμβάσεις ισχύος των δανειστών μας δηλαδή της τρόικας , ξεχνούμε ότι η σύγχρονη μορφή δουλείας είναι τα μεγάλα χρέη .
Ως λαός  έχουμε την συνήθεια να ξεχνούμε ότι δεν μας συμφέρουν .
Για παράδειγμα κατά το παρελθόν ξεχνούσαμε ότι δεν μπορούμε να καταναλώνουμε περισσότερα από αυτά που παράγουμε , όπως ξεχνούσαμε ότι οι αμοιβές μας πρέπει να συνδέονται με την παραγωγικότητα μας .
Όπως ξεχνούσαμε ότι κοινωνική πολιτική δεν επιτρέπονταν να κάνουμε με δανεικά.
Υπάρχει μια μερίδα οικονομολόγων που θέλει την στήριξη της ανάπτυξης στην άρνηση αποπληρωμής των δανειακών υποχρεώσεων.
Η πρακτική αυτή χρησιμοποιείται κυρίως από τριτοκοσμικά ή αναπτυσσόμενα κράτη και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να βρει εφαρμογή στην περίπτωση της Ελλάδος .
Η πιστοληπτική ικανότητα είναι συνυφασμένη με την αξιοπρέπεια και την δυτική κουλτούρα .
Δεν μπορεί μια χώρα που σέβεται το διεθνές δίκαιο  να χρησιμοποιεί την πτώχευση για την στήριξη της βιωσιμότητας της .
Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της χώρας ήταν αποτέλεσμα στρέβλωσης αναφορικά με τον τρόπο που πολιτεύτηκε μια μερίδα του πολιτικού κόσμου επί σειρά δεκαετιών .
Η λανθάνουσα άποψη περί κοινωνικής δικαιοσύνης και αναδιανομής του εθνικού πλούτου με άξονες τον λαϊκισμό και την δημαγωγία οδήγησε την χώρα σε αδιέξοδο.
Η αναχρηματοδότηση του δημοσίου χρέους κάποια στιγμή θα ήταν αδύνατη . 
Απλά η κρίση και η γενικότερη δυσμενή συγκύρια αποκάλυψαν νωρίτερα κάτι που εκ των πραγμάτων θα έρχονταν στην επιφάνεια δεδομένου ότι η ελαστικότητα αντιμετώπισης του δημοσίου τομέα ως λάφυρο της πολιτικό-συνδικαλιστικής νομενκλατούρας είχε γίνει κανόνας διακυβέρνησης .
Εκείνο που απαιτούνταν ήταν ο επαναπροσδιορισμός του τρόπου με τον οποίο ως άτομα και ως κοινωνία χρηματοδοτούσαμε τις ανάγκες μας .
Εκείνο που χρειάζονταν ήταν ο επαναπροσδιορισμός των αναγκών μας, όχι όμως στην βάση  της κάλυψης τους με δανεικά αλλά στην βάση ορθολογικής αντιμετώπισης τους .
Καλώς ή κακώς αυτό που έπρεπε μόνοι μας ως λαός να κάνουμε , δηλαδή να προσαρμόσουμε τις ανάγκες μας στα εισοδήματα μας και στην παραγωγικότητα μας το επιβάλουν οι δανειστές μας .
Αυτό που έπρεπε να κάνει ο πολιτικός μας κόσμος το κάνουν τα στελέχη της τρόικας μετατρέποντας τα εκλεγμένα μέλη του κοινοβουλίου και της κυβέρνησης σε πειθήνια όργανα μιας πολιτικής που σχεδιάστηκε ερήμην του ελληνικού λαού .
Για τον πολιτικό κόσμο η δουλικότητα δεν είναι κάτι το καινούργιο απλά τώρα παίρνει  γενικευμένες διαστάσεις με κουτοπόνηρες όμως προεκτάσεις .
Πόσες φόρες δεν ακούστηκε από τους πολιτικούς  η δικαιολογία  ότι αυτά που εφαρμόζονται τους  επιβάλλονται και άρα το επίπεδο ευθύνης τους για τα τεκταινόμενα είναι περιορισμένο .
Όμως περιορισμένο είναι και το επίπεδο διαπραγμάτευσης  και άρα μειωμένη εκ των πραγμάτων η πίεση που μπορεί να ασκηθεί για τροποποίηση των πολιτικών που εφαρμόζονται .
Ο πολιτικός κόσμος πληρώνει την διαχρονική του αδυναμία να λειτουργήσει ως ταγός της κοινωνίας .
Λέγεται ότι οι πολιτικοί πρέπει να δρουν υπό την βάση των συμφερόντων των επόμενων γενεών και όχι των επόμενων εκλογών.
Δυστυχώς το πολιτικό κόστος επί σειρά δεκαετιών ακύρωνε κάθε προσπάθεια νοικοκυρέματος της οικονομίας .
Σε συνδυασμό με την τάση ήσσονος προσπάθειας ήταν αναμενόμενο και για πολλούς άργησε κιόλας , να φτάσουμε σε δημοσιονομικό και κοινωνικό αδιέξοδο .
Αυτό που ξεκίνησε πρέπει να τελειώσει , όμως με μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία , όχι όπως χρησιμοποιήθηκε κατά το παρελθόν όπου με λαϊκίστικο τρόπο η ευαισθησία μπερδεύτηκε με το κομματισμό και την φαυλότητα  αλλά με αυτό που βάζει πάνω από όλα την αξιοπρέπεια του ατόμου και της κοινωνίας .


Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014


                                                 ΑΡΘΡΟ

 Η ΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ ΩΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΥΦΕΣΗΣ

Με τις επιπτώσεις της κρίσης να διαπερνούν την ελληνική οικονομία στο σύνολο της , την ζήτηση να έχει περιορισθεί συνέπεια της συρρίκνωσης των πιστώσεων , την αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου και των πρώτων υλών , την αύξηση της ανεργίας , την αποδυνάμωση της αίσθησης του πλούτου από την πτώση των τιμών στις μετοχές και στις κατοικίες αλλά και τις περαιτέρω άσχημες προοπτικές η πτώση του δείκτη τιμών καταναλωτή  τον Νοέμβριο  του 2013 σε επίπεδα -2,9% δεν πανηγυρίζετε από κανένα.
Δεν είναι  πτώση δύναμης και σφρίγους της ελληνικής οικονομίας αλλά πτώση που δημιουργούν τα προβλήματα και οι αβεβαιότητες .
Πριν από 53 χρόνια αλλά και παλαιότερα η δυναμική της οικονομίας και των παραγόμενων προϊόντων οδηγούσε τις τιμές σε χαμηλή πτήση .
Η τρέχουσα συγκυρία κάθε άλλο παρά υγιή θεωρείτε.
Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας είναι μικρή  , η παραγωγικότητα χαμηλή , η ανάπτυξη σύμφωνα και με το αναθεωρημένο πρόγραμμα Σταθερότητας προσγειώνεται σε επίπεδα που προβληματίζουν και η πιστωτική ασφυξία τορπιλίζει τον μηχανισμό ανάπτυξης της χώρας .
Η πτώση των τιμών σε επίπεδα που είχαμε να δούμε από το 1960 , δηλαδή σε επίπεδα αποπληθωρισμού  δεν ενθουσίασε κανένα .
Το καταπληκτικό  είναι ότι μέχρι και το καλοκαίρι του 2008 το μεγάλο πρόβλημα για το οποίο γίνονταν ιδιαίτερος λόγος ήταν η εκτόξευση των τιμών κοντά στην περιοχή του 5% δηλαδή σε επίπεδα που δεν είχαν παρουσιασθεί από την στιγμή που η χώρα μας βρέθηκε στην ζώνη του ευρώ.
Στα τέλη της Άνοιξης και στο μεγαλύτερο μέρος του καλοκαιριού 2008 ο πληθωρισμός σε ετήσια βάση βρέθηκε στο 4,9% συνέπεια της αύξησης των τιμών του πετρελαίου και των πρώτων υλών .
Με την  δημοσιονομική κρίση  βρεθήκαμε από την μια άκρη στην άλλη .
Από τον υπερπληθωρισμό στην βάση των δεδομένων της Ευρωζώνης βρεθήκαμε στον αποπληθωρισμό και στην αγωνία για το μέλλον.
Από την γκρίνια για την απουσία ελέγχων και από τα επίπεδα της αισχροκέρδειας περάσαμε σε ζώνες πρωτόγνωρες και ουσιαστικά ακίνδυνες από αυτή την πλευρά για το εισόδημα του μέσου εργαζόμενου .
Βέβαια η αγωνία είχε περάσει σε άλλο επίπεδο .
Στο επίπεδο της διατήρησης της εργασίας , του μισθού και της αγοραστικής δύναμης .
Με δεδομένο ότι τα ¾ της ανάπτυξης οφείλονται στην κατανάλωση , η μείωση της ζήτησης οδηγεί στην συμπίεση των τιμών σε χαμηλότερα επίπεδα .
Ο μέσος Έλληνας βλέπει την κρίση να απειλεί της εργασία του , βλέπει  τις πιστώσεις να περιορίζονται  , βλέπει τα περιουσιακά του στοιχεία σε ακίνητη περιουσία και μετοχές να χάνουν μεγάλο μέρος της αξίας τους και νιώθει να χάνει τον πίστη του σε ένα καλλίτερο αύριο .
Αποτέλεσμα η περιστολή κάθε περιττού εξόδου .
Το ίδιο και οι επιχειρήσεις .
Η αδυναμία των καταναλωτών στην ουσία μετατρέπετε σε δική τους αδυναμία ,με τα εμπορεύματα να μένουν αδιάθετα , με τις νέες παραγγελίες να μειώνονται στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο , με την αδυναμία να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους , με τις πιστώσεις να μειώνονται  , με τις περιστολές δαπανών να οδηγούν σε απολύσεις , οι προοπτικές είναι  απόλυτα δυσοίωνες .
Στην βάση των ανωτέρω οι προοπτικές περαιτέρω μείωσης των τιμών είναι  κάτι παραπάνω από σίγουρες .
Από την υπέρ-χρηματοδότηση της οικονομίας που είχε διαμορφωθεί στο 21,5%  το 2007 , που συρρικνώθηκε  στο 16,4% το 2008 για να πέσει στα επίπεδα του 10%  το 2009 , περάσαμε στην υπό –χρηματοδότηση και στην απομόχλευση.
Πράγμα φυσιολογικό εάν δεχθούμε την αιχμαλωσία του εγχώριου τραπεζικού συστήματος μετά το PSI και στην απουσία φερέγγυων δανειοληπτών .
Η ανώμαλη προσγείωση του ρυθμού ανάπτυξης της χώρας την περίοδο από το 2009 και μετά , συνάδει με τα  επίπεδα των τιμών που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια .
Από το μοντέλο της ανάπτυξης με δανεικά στην βάση της  υπερκατανάλωσης  και από την ανάγκη που δημιουργούν τα  δεδομένα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης βρισκόμαστε σε μια εποχή προσπάθειας ανάδειξης  ενός νέου μοντέλου .
Ώσπου να συμβεί αυτό και ώσπου να υπάρξει αναδιάταξη των παραγωγικών και καταναλωτικών μας συνηθειών η  πίεση που θα δέχονται οι τιμές θα είναι  ισχυρή .

Όχι όμως όλες οι τιμές αφού μια σειρά από παράγοντες όπως οι φόροι και ο ατελής ανταγωνισμός διακρατούν τις τιμές ορισμένων ειδών σε απαράδεκτα για την συγκύρια επίπεδα.

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΑΠΛΗΣΤΙΑΣ


Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΑΠΛΗΣΤΙΑΣ
Η παγκόσμια οικονομία βιώνει τα αποτελέσματα των υπερβολών κυρίως του χρηματοπιστωτικού τομέα χωρίς αυτό να σημαίνει ότι από  το πάρτυ της ευφορίας και των υπερβολών οι απλοί πολίτες έμειναν αμέτοχοι.
Κυρίως όμως ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι αυτός που διαμορφώνει τις συνθήκες δίνοντας την πρώτη υλη κάθε υπερβολής που δεν είναι άλλη από τις πιστώσεις, τα δάνεια.
Οι πιστώσεις αυξάνουν όχι μόνο την προσφορά χρήματος σε μια οικονομία αλλά παράλληλα  αυξάνουν τα επίπεδα αυτοπεποίθησης και κυρίως της πίστης για αέναες καταστάσεις πλούτου και ευμάρειας.
Το άσχημο είναι ότι εφόσον η δημιουργία χρήματος εκ των πραγμάτων δεν αντικρίζεται με περιουσιακά στοιχεία είναι αναμενόμενη και άκρως φυσιολογική η δημιουργία κάθε είδους φούσκας.
Η ζήτηση και η εκτόξευση των τιμών ενισχύουν την αίσθηση πλούτου μειώνοντας τις αντιστάσεις για ριψοκίνδυνες επενδύσεις και οδηγώντας σε όλο και μεγαλύτερα ύψη τις αγορές χρήματος, κεφαλαίων, εμπορευμάτων και  μετάλλων.
Εάν σε όλα αυτά προσθέσουμε και την απληστία αυτών που αυξάνουν την προσφορά χρήματος τότε έχουμε το τέλειο καταστροφικό μίγμα.
Όμως εφόσον η προσφορά χρήματος δεν μπορεί να ελεγχτεί ούτε εύκολα ούτε ουσιαστικά, τότε εκείνο που απομένει είναι ο έλεγχος της υπέρ-κυκλικότητας.
Στην βιβλιογραφία ως υπέρ-κυκλικότητα (Pro-cyclicality ) ορίζεται η δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ του χρηματοπιστωτικού τομέα και της πραγματικής οικονομίας μέσω της οποίας επηρεάζονται οι φυσικές διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου.
Οδηγεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα από απορροφητή διαταραχών σε ενισχυτή αυτών καθώς στις ανοδικές φάσεις
του κύκλου υπάρχει αύξηση των πιστώσεων και στις καθοδικές μείωση αυτών.
Στην ουσία το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα πρέπει να προσαρμόσει τα χαρακτηριστικά του με τρόπο που η λειτουργία του να προστατεύει την πραγματική οικονομία από τις ακρότητες των δυνάμεων της αγοράς αλλά και από τις ψευδαισθήσεις των μεμονωμένων παραγωγικών δυνάμεων που πιστεύουν στην αέναη δημιουργικότητα μέσω της μόχλευσης.
Το ζητούμενο είναι δύσκολα εφαρμόσιμο λόγω της φύσεως των πιστωτικών ιδρυμάτων και κυρίως λόγω του ανταγωνισμού που επικρατεί για την διεύρυνση των θέσεων που έχουν στις διάφορες αγορές.
Οι αυτοέλεγχοι και η αυτοπειθαρχία θα μπορούσαν να δώσουν λύσεις στο πρόβλημα της υπέρ-κυκλικότητας, όμως όπως είδαμε με τα πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού σε πλείστες των περιπτώσεων η απληστία και οι προσωπικοί στόχοι των ανθρώπων που διοικούν παρακάμπτουν τους ηθικούς φραγμούς και  την νομιμότητα.
Μια  ιδεατή  κοινωνία θα επαφίονταν στην αυτοπειθαρχία και  όλα θα λειτουργούσαν εύρυθμα χωρίς κανονιστικές δικλίδες, όμως επειδή κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό οι δικλίδες είναι αναγκαίες.
Ο έλεγχος της υπέρ-κυκλικότητας πρέπει να τίθεται ως πρώτη προτεραιότητα από τις κεντρικές τράπεζες.
Αυτές πρέπει με συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο να θέτουν τους ακριβείς όρους μετατροπής των πιστωτικών ιδρυμάτων σε απορροφητές διαταραχών όταν οι συγκυρίες είναι αρνητικές και σε ενισχυτές όταν οι υφεσιακές καταστάσεις κλονίζουν την πραγματική οικονομία. Κάτι  τέτοιο όμως δεν είναι καθόλου εύκολο.
Οι όποιοι κανονισμοί μπορούν να έχουν πρακτικό αντίκρισμα μόνο στις περιόδους ανάπτυξης και ευημερίας, δηλαδή μόνο στις περιπτώσεις των ανοδικών κύκλων.
Δηλαδή η κεντρική τράπεζα θα μπορούσε να περιορίσει την δυναμική των πιστώσεων όταν όλα δείχνουν ότι οδηγούμεθα σε μη ελέγξιμες καταστάσεις, όμως σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να επιβάλει την χορήγηση  δανείων  σε  περιόδους αρνητικών  συγκυριών.
Καταλήγοντας θα μπορούσαμε να αποδεχτούμε ως ιδεατό πλαίσιο  έλεγχου της υπέρ-κυκλικότητας την αρχαιοελληνική ρήση  του ‘προβλέπειν σημαίνει κυβερνείν’.

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013


   ΑΔΥΝΑΜΟΙ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΙ- ΔΥΝΑΤΕΣ ΑΓΟΡΕΣ 

Οι αποκαλύψεις του Ισπανού πρώην πρωθυπουργού κ. Θαπατέρο μέσα από βιβλίο του «Το δίλημμα» και μέσα από συνεντεύξεις προς διάφορα ΜΜΕ  αποκαλύπτουν πολλά τόσο για το επίπεδο των πολιτικών που διαχειρίζονται τις τύχες εκατομμυρίων ανθρώπων ,όσο και για την ισχύ  της εξουσίας που κατέχουν.
Το άσχημο με τους πρώην είναι ότι η γλώσσα τους λύνεται όταν παύουν πλέον να έχουν το αξίωμα που τους εμπιστεύτηκαν οι ψηφοφόροι τους  και επίσης άσχημο είναι ότι προτείνουν λύσεις εκ των υστέρων .
Είναι τραγελαφικό, πρώην πρωθυπουργοί να επιβεβαιώνουν την αδυναμία τους και να την καλύπτουν με εκφράσεις τύπου «το συναίσθημα αδυναμίας των δημοκρατικών κυβερνήσεων απέναντι στις δυνάμεις της αγοράς».
Η ουσιαστική  στάση ενός πρώην πρωθυπουργού απαιτεί δράση  όταν κατέχει την εξουσία και όχι διαπιστώσεις όταν φεύγει από αυτή.
Πώς να κρίνεις ένα πρωθυπουργό όπως τον Θαπατέρο  όταν ο ίδιος αποκαλύπτει ότι « στο υπόλοιπο της συνόδου κορυφής του G20 στις Κάννες , στις 2 Νοεμβρίου του 2011 κρατούσα το κεφάλι χαμηλά, για να περάσω όσο γίνεται απαρατήρητος».
Πώς να κρίνεις ένα πρωθυπουργό όπως τον Γιωργάκη Παπανδρέου όταν στην ίδια Σύνοδο ο Νικολά Σαρκοζί κάποια στιγμή, σε έξαλλη κατάσταση, πάτησε το ένα πόδι στην καρέκλα κι ήταν έτοιμος να ανέβει στο τραπέζι, αλλά τον συγκράτησαν οι συνεργάτες του ,φωνάζοντας  στον Έλληνα πρωθυπουργό: «You are a f...ing psycho»!
Και οι δυο αυτοί πολιτικοί εκπροσωπούσαν τις πατρίδες τους , τους λαούς τους  και όχι τον εαυτό τους γ’αυτό το να κρύβεται ο ένας και να υβρίζεται ο άλλος χωρίς να αντιδρούν είναι μέγιστη προσβολή .
Ως άτομα μπορεί να επιλέγουν  το πιο ιταμό τρόπο αντίδρασης , ως εκπρόσωποι χωρών όμως έπρεπε να αντιδράσουν με τρόπο που να συνάδει στο αξίωμα τους και κυρίως στην ιστορία της χώρας που εκπροσωπούν .
Φυσικά ο Θαπατέρο αποκαλύπτει και αλλά θέματα που χρίζουν ιδιαίτερης προσοχής  όπως για το ρόλο του  παρασκηνίου και το πως
αυτό επιβάλει τις επιλογές του. Αναφέρει « ότι το όνομα του τεχνοκράτη Μάριο Μόντι κυκλοφορούσε ήδη στους διαδρόμους των Καννών εκείνες τις θυελλώδεις ώρες , όπως και τα ονόματα τεχνοκρατών που θα αντικαθιστούσαν το Γ.Παπανδρέου ».
Πράγματι εννέα μέρες μετά την Σύνοδο στις  11 Νοεμβρίου παραιτήθηκε ο Γιώργος Παπανδρέου, δίνοντας τη θέση του στον Λουκά Παπαδήμο και πέντε ημέρες αργότερα, παραιτήθηκε ο Μπερλουσκόνι, παραδίδοντας τη σκυτάλη στον Μόντι. Επίσης στις 20 Νοεμβρίου, οι σοσιαλιστές του  Θαπατέρο έχαναν τις εκλογές στην Ισπανία από τον  Μαριάνο Ραχόι.
Οι τεχνοκρατικές επιλογές σε Ελλάδα και Ιταλία επιβλήθηκαν από το παρασκήνιο  ενώ η οργή του κόσμου στην Ισπανία δρομολόγησε την πτώση των σοσιαλιστών με δημοκρατικό τρόπο.
Οι τεχνοκρατικές επιλογές όμως όπως έδειξε ο χρόνος δεν επιβραβεύτηκαν –επιδοκιμάστηκαν από τους απλούς πολίτες.
Στην Ελλάδα ο Λ.Παπαδήμος δεν συνέχισε στον δημόσιο βίο , ενώ στη Ιταλία ο Μ.Μόντι αποδοκιμάστηκε εκλογικά και περιθωριοποιήθηκε πολιτικά.
Βέβαια ο πρώην πρωθυπουργός της Ισπανίας κάνει λόγο  και για τα  δομικά προβλήματα της ευρωζώνης .
Ισχυρίζεται σήμερα και επαναλαμβάνουμε μετά το τέλος της πρωθυπουργίας του, ότι " η νομισματική πολιτική των χαμηλών επιτοκίων ,η οποία ακολουθήθηκε από τη γέννηση του ευρώ και μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης , είχε σχεδιαστεί για την ανοικοδόμηση της Γερμανίας. Αλλά αυτό δημιούργησε μια τεράστια επέκταση  δανεισμού με αποτέλεσμα τεράστιες φούσκες"
Και συνεχίζει ισχυριζόμενος ότι  "Η Γερμανία είχε ισχυρή παραγωγή και πολύ μικρή εγχώρια ζήτηση. Δεν μπορούσε να πουλήσει τα προϊόντα της, ενώ  η Ισπανία τα αγόραζε χάρη στην πίστωση που χρηματοδοτούσαν οι Γερμανοί"

"Αυτό ήταν το μοντέλο. Όλοι συμφωνήσαμε όταν δημιουργήθηκε το ευρώ και αυτοί ήταν οι όροι που επέβαλε η Γερμανία".

Ωραίες διαπιστώσεις οι οποίες περιγράφουν το πρόβλημα της ευρωζώνης όμως άκρως ανησυχητικές εάν λάβουμε υπόψη ότι προέρχονται από άνθρωπο που είχε στα χέρια τις τύχες της τέταρτης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης .
Το ερώτημα ήταν τι έκανε για να ανατρέψει τα δεδομένα που περιγράφει και κυρίως γιατί δεν αντέδρασε όταν όλα αυτά οδηγούσαν τους Ισπανούς πολίτες στην 
εξαθλίωση ;
Οι εκ των υστέρων διαπιστώσεις απλά  επιβεβαιώνουν μια μεγάλη αλήθεια, την αδυναμία των δημοκρατικών κυβερνήσεων και των δημοκρατικά εκλεγμένων πρωθυπουργών να επιβάλουν το πολιτικό τους πρόγραμμα που έχει υπερψηφιστεί από τους απλούς πολίτες .
Όμως για αυτή την αδυναμία  φταίνε οι ίδιοι οι πολιτικοί τύπου Θαπατέρο και Γιωργάκη Παπανδρέου που ενώ εκλέγονται από ισχυρές πλειοψηφίες καταντούν έρμαια των παρασκηνίων που εκ των υστέρων αποκαλούν δυνάμεις της αγοράς .
Είναι ιδεατός ο αόρατος εχθρός των δυνάμεων της αγοράς για να δικαιολογηθούν τα κακώς κείμενα τους , όμως  τι εμπόδιζε όλους αυτούς κατά  τα χρόνια της πρωθυπουργίας τους  να βρουν τρόπους και να διαμορφώσουν δομές αντιμετώπισης  των προβλημάτων;
Εκείνο που τους εμποδίζει είναι το κοινό μυστικό της πολιτικής τους ανάδειξης από τις δυνάμεις που αποκαλούν οι ίδιοι ως δυνάμεις της αγοράς.



                                                                              ΛΕΚΚΑΣ  ΣΑΡΑΝΤΟΣ
                                                                                 ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ


Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013



            Η ΦΟΥΣΚΑ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΧΡΕΟΥΣ 

Σε Ισπανία και Πορτογαλία το ιδιωτικό χρέος προσεγγίζει το 250% του ΑΕΠ,  η ανεργία καλπάζει (ειδικά στην Ισπανία φθάνει το 27%), η ύφεση επιμένει και όμως τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα.

Θαύμα ή πρακτικές ανάλογες των ΗΠΑ όπου για  τα στεγαστικά δάνεια κατά την πρώτη δεκαετία καταβάλλονται μόνο οι τόκοι; 
Όποια πρακτική και εάν χρησιμοποιείται  το βέβαιο είναι ότι η φούσκα του ιδιωτικού χρέους είναι έτοιμη να εκραγεί, ιδίως στην στεγαστική πίστη όπου συνδυάζεται με την πτώση των τιμών των ακινήτων.